porfyrogenitoi

 

Έχασε χθες ο Στέφανος Τσιτσιπάς. Και μαζί μ’ αυτόν στενοχωρήθηκε όλη η Ελλάδα. Και μαζί μ’ όλη την Ελλάδα, ως μέρος αυτής, στενοχωρηθήκαμε κι εμείς. Και αυτό το λέμε χωρίς διάθεση ειρωνείας.

Έχασε λοιπόν ο Τσιτσιπάς και στο λογαριασμό του μπήκαν μόλις 750.000 ευρώ, όσα δηλαδή θα μπορέσει να βγάλει ένας Έλληνας εργαζόμενος, που αμείβεται με το βασικό μισθό των 650 ευρώ, σε 96 (ενενήντα έξι) χρόνια. Αν, βέβαια, ο Έλληνας εργαζόμενος έχει δουλειά πλήρους απασχόλησης. Ή, αν έχει δουλειά γενικά. Αν ο Στέφανος κέρδιζε στο χθεσινό τελικό, θα έβαζε στο λογαριασμό του μισθούς άλλων 96 χρόνων.

Έχασε όμως και η Μαρία Σάκκαρη, η οποία κατάφερε να φτάσει μέχρι τα ημιτελικά του μεγάλου τουρνουά. Αυτή κέρδισε μόλις 375.000 ευρώ, όσα δηλαδή θα κερδίσει ο ανωτέρω εργαζόμενος σε 48 χρόνια. Εκτός των άλλων, όμως, κέρδισε έναν Μητσοτάκη. Έναν εξόριστο στο Παρίσι και στη Βοστώνη Μητσοτάκη, που συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση της εξορίας

Πόσο μίζεροι και ζηλόφθονοι γινόμαστε μερικές φορές εμείς οι απλοί άνθρωποι. Είναι να μη δούμε άνθρωπο να προκόβει. Εκεί, τον θέλουμε κι αυτόν μαζί μας, μέσα στο βούρκο της ανέχειας. Αμέσως αρχίζουμε τη γκρίνια και τη ζήλεια. Αλλά και  η έλλειψη σεβασμού προς τους πορφυρογέννητους, είναι μικρότερη αμαρτία;  Είναι να μη δούμε τα παιδιά των βασιλιάδων μας να περνάνε καλά. Αμέσως να τους γκαντεμιάσουμε. Τι ζήλεια, Mon dieu!

Τέτοιοι ζηλόφθονοι άνθρωποι απαρτίζουν και το συγκρότημα των «Υπεραστικών» που τραγουδά για τους «Πορφυρογέννητους», χωρίς να σέβεται

« Άιντε, βρε Υπεραστικοί, για βάλτε ένα χεράκι/ τούτοι οι πορφυρογέννητοι ζητάνε τραγουδάκι/ Κι όσο ο λαός ανέχεται τ’ αφ’ υψηλού τους φρύδια/ να ’χει σκοπό να τραγουδά για πορφυρένια αρχίδια»

 

 

Μέσα στο άγριο χάραμα, θεέ μου, τι καψόνι / σαν ο πορφυρογέννητος κοιτάζει απ’ το μπαλκόνι / το Μπάντεν-Μπάντεν δεν θωρεί μήτε και το Παρίσι / το μαύρο τούτο ριζικό ποιός να το τραγουδήσει.

Δεν βλέπει Μέλανα Δρυμό και Βυρτεμβέργη-Βάδη / την “Aston Martin” που ζητά, δεν βρίσκει στο σκοτάδι / «Ωρέ, που ξύπνησα, mon Dieu, τι βάσανο με βρήκε» / στο Κολωνάκι, κάθιδρος, στο ρετιρέ του μπήκε.

«Το πρώτο φως που δεν αργεί, την πλέμπα θα φωτίσει / Τι κοιλιόδουλος λαός, έχω αγανακτήσει / Κι αφού δεν έχουνε ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι / της Σοβιετίας η κακιά σκουριά εδώ δεν πιάνει

Κι άμα το Μπάντεν-Μπάντεν “πάει”, θα πάω στο Ντουμπάι  (δις)

Μα τον Σύνδεσμο των Βιομηχάνων (άπαξ)

Πού να σταθείς, φτωχή μου ελίτ, χωρίς να σε μολύνουν / σαν κατσαρίδες, τρωκτικά τρέχουν και δεν σ’ αφήνουν / στην Ικαριά να ξεχαστείς, στην Πάρνηθα να παίξεις / μήτε και “Harrods” να χαρείς, τι άλλο να αντέξεις;

Μπατίρια, ανεπρόκοποι, μισθο-εξαρτημένοι / τεμπέληδες, ξυπόλυτοι, φτωχοί αφιονισμένοι / ιθαγενείς ζητάνε ΜΕΘ και μόνιμες προσλήψεις / ακόμα και επίταξη, χωρίς να ’χουνε τύψεις

Δώσ’ τους τα καθρεφτάκια τους, Κυριάκο, να λουφάζουν / Πες τους πως το δεκάωρο είναι για να ρεμβάζουν / Τί τυραννία, τί μπελάς στα αστικά σαλόνια/ φέρουνε βάρος σαν φορούν οι άριστοι γαλόνια

Κι άμα το Μπάντεν-Μπάντεν “πάει”, θα πάω στο Ντουμπάι (δις) 

Άιντε, βρε Υπεραστικοί, για βάλτε ένα χεράκι / τούτοι οι πορφυρογέννητοι ζητάνε τραγουδάκι / Κι όσο ο λαός ανέχεται τ’ αφ’ υψηλού τους φρύδια / να ’χει σκοπό να τραγουδά για πορφυρένια αρχίδια.