Εκτύπωση
Κατηγορία: Καταστολή

Pic5

Αναδημοσιεύουμε το άρθρο της Σοφίας Βιδάλη, Καθηγήτριας του Παντείου Πανεπιστημίου, υπό τον τίτλο Εγκληματικότητα και αστυνόμευση στα ΑΕΙ: «αλήθειες» και «ψέματα»

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Ενημερωτικό Δελτίο της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης του Εγκλήματος και του Κοινωνικού Ελέγχου, «Εγκληματολόγοι», στο τεύχος 8 του μήνα Ιανουαρίου του 2021. Το τεύχος είναι αφιερωμένο στο θέμα της πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Για όποιον ενδιαφέρεται για μία εμβριθή παρουσίαση από μία ειδική στο θέμα, της αστυνομικής επιβολής (και) στα πανεπιστήμια, το άρθρο αποτελεί εξαίρετη πηγή πληροφοριών Αποτελεί δε  και πολύτιμο εργαλείο,  για την κατανόηση (μέσω της  επιστημονικής προσέγγισης) του θέματος.

Τα ΜΜΕ και οι διάφοροι προπαγανδιστές, δουλεύουν τυφλώνοντας την κοινωνία και καλλιεργώντας μία μαζική υστερία, που στόχο έχει να παραπλανήσει και να αποσπάσει το βλέμμα από την κατάλυση και του τελευταίου δημοκρατικού θεσμού, που συντελείται αυτή την περίοδο. Ο φόβος, είτε αφορά το έγκλημα, είτε την πανδημία, έχει μία προέλευση και έναν στόχο. Την παράλυση ή την αλλοίωση της λογικής και την παράδοση μίας κοινωνίας, πρόθυμα και δίχως καμία αντίρρηση, στον πιο στυγνό, αλλά και πιο συγκαλυμμένο φασισμό. 

Εγκληματικότητα και αστυνόμευση στα ΑΕΙ: «αλήθειες» και «ψέματα»

Σοφία Βιδάλη

Καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Σύντομο ιστορικό στη σχέση αστυνομίας–φοιτητών στην Ελλάδα

Η σχέση αστυνομίας και φοιτητών δεν ήταν πάντα η καλύτερη. Ιδίως στη χώρα μας η σχέση αυτή έχει μία μακρά ιστορία έντασης και  συγκρούσεων που σχετίζεται με ζητήματα μεταρρυθμίσεων στα ΑΕΙ, αλλά και με γενικότερα πολιτικο-κοινωνικά ζητήματα, νεολαιΐστικες εξεγέρσεις, αντίδραση σε καταχρήσεις εξουσίας από την αστυνομία κ.α.. Γενικά την πρώτη 25ετία περίπου μετά τη Μεταπολίτευση η σχέση αστυνομίας νεολαίας και ιδίως αστυνομίας–φοιτητών καθοριζόταν κυρίως από γενικότερα πολιτικά αιτήματα και τη διεκδίκησή τους. Στο πλαίσιο αυτό και στον απόηχο των γεγονότων της Νομικής του ’73 και του Πολυτεχνείου μια χαρακτηριστική αντίδραση των φοιτητών έγιναν οι καταλήψεις κτηρίων των ΑΕΙ, ως διαπραγματευτικό εργαλείο για τη διεκδίκηση ποικίλων αιτημάτων. Στο διάστημα αυτό η μεταφορά των βασικών ακαδημαϊκών μονάδων στην Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου στην Αθήνα και η μεγέθυνση της Κεντρικής Πανεπιστημιούπολης στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, άλλα ξαν το χάρτη της παρουσίας των φοιτητικών πληθυσμών στις πόλεις αυτές, των κινητοποιήσεων και της σχέσης αστυνομίας φοιτητών.

Στην Αθήνα με επίκεντρο το Πολυτεχνείο και τη γύρω περιοχή, ήδη από το τέλος του ’90, άρχισε να διαμορφώνεται ένα ιδιότυπος χώρος συγκρούσεων με την αστυνομία αγνώστων κυρίως ατόμων, που πολλοί έρχονταν από τον αντιεξουσιαστικό χώρο με ασαφές περιεχομένο της σύγκρουσης κατά κανόνα. Γύρω από το Πολυτεχνείο αναπτύχθηκε στο μεταξύ μια ανοικτή πιάτσα ναρκωτικών η οποία επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την περιοχή και τις ίδιες τις λειτουργίες του Πολυτεχνείου. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 και φτάσαμε σε κάποιο χρονικό διάστημα μετά το 2012 όπου κάθε Σαββατοκύριακο γίνονταν συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και ατόμων μάλλον νεαρής ηλικίας, ίσως αντιεξουσιαστών στην περιοχή αυτή.

Την εικόνα αυτή με παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού ιδίως από το 2007-8: στην κεντρική Πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ. πιο πρόσφατα στο Ο.Π.Α: δηλαδή, χώρους ακαδημαϊκού ασύλου που περιβάλλεται από ανοικτές πιάτσες ναρκωτικών στις οποίες η αστυνομία δεν παρεμβαίνει παρά μόνον καταδρομικά και πάντως αναποτελεσματικά. Όλα αυτά συμβαίνουν, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνονται τάσεις κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών που αντανακλούν σε χρήσεις γης: ανάμεσά τους ο εξευγενισμός και η ανάπλαση των αστικών κέντρων, η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, η μετατροπή των αστικών κέντρων σε τουριστικές ατραξιόν (από τη ροτόντα έως το Ε.Μ.Π. και τη Νομική της Αθήνας είναι τα ίδια φαινόμενα), οι μεταρρυθμίσεις στην παιδεία που έφεραν το άνοιγμα προς ένα πανεπιστήμιο της ελεύθερης αγοράς. Οι μετασχηματισμοί αυτοί που εκ πρώτης όψεως είναι μεταξύ τους άσχετοι, πλαισιώθηκαν κατ’αρχάς, από ένα πλήθος αντιδράσεων, συχνά βίαιων, ανεξάρτητα αν αναπτύχθηκε ένας συμπαγής, πολιτικοποιημένος ή μη δημόσιος λόγος. Πλαισιώθηκαν επίσης από μεταβολές στην αστυνόμευση και κυρίως, από την αδράνεια των κάθε είδους αρμοδίων, που σε συνδυασμό με επιτυχημένες ομολογουμένως εκστρατείες ηθικής από κυβερνώντες και ΜΜΕ, δημιουργούσαν το έδαφος για αυτές τις μεταβολές. Έτσι σταδιακά διαμορφώθηκε και το αφήγημα της ανομίας στα πανεπιστήμια, το οποίο βρήκε μεγάλη απήχηση ιδίως εκτός πανεπιστημίου και εμπέδωσε παραστάσεις και αντιλήψεις για το τι συμβαίνει στα Πανεπιστήμια.

Κάπως έτσι φτάσαμε να θεωρείται ότι η ζωή στα πανεπιστήμια είναι ένα χάος, ότι τα ελληνικά ΑΕΙ είναι χαμηλού επιπέδου και οι καθηγητές τους περίπου κηφήνες και καθεστώς, ότι για το λόγο αυτό θα πρέπει να αξιολογούνται (με όρους που σήμερα αγγίζουν τα όρια του γελοίου), να περικοπεί η χρηματοδότηση των ΑΕΙ και να αυτοχρηματοδοτούνται, και κυρίως να καταργηθεί το πανεπιστημιακό άσυλο που «εμποδίζει» την αστυνομία να δράσει. Κάπως έτσι, το δημόσιο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα περνάει σταδιακά στα χέρια της αγοράς. Βασικό εργαλείο διασφάλισης αυτού του πολυδιάστατου μετασχηματισμού έγινε το διακύβευμα της ασφάλειας, στη βάση του οποίου καταργήθηκε το πανεπιστημιακό άσυλο και διαμορφώθηκε μια νέα πρόταση, η πρόταση για την ίδρυση πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Γενικά το θέμα της εγκατάστασης και της ελεύθερης πρόσβασης μονάδων αστυνομίας στα πανεπιστήμια συνδέεται αφενός με μεγάλες κοινωνικές αναταράξεις και συγκρούσεις και αφετέρου με την κατασταλτική τους αντιμετώπιση.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα που δεν είναι τεχνικού τύπου, ή για ένα ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς τη συναίνεση της ακαδημαϊκής κοινότητας, επειδή μια τέτοια εκδοχή θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ακαδημαϊκή ζωή και στη σχέση αστυνομίας–νεολαίας και πολιτών γενικότερα.

 

Το ζήτημα της πανεπιστημιακής αστυνομίας  ως γενικότερο δικαιοπολιτικό ζήτημα

Eπειδή στην Ελλάδα υπήρχε μια παράδοση δυσπιστίας των φοιτητών και μεγάλου μέρους της κοινωνίας προς την αστυνομία, που είναι δικαιολογημένη από την ίδια την ιστορία, ακόμα και σήμερα που έχουν ανατραπεί αυτές οι αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό, το πρόσφατα επανακαταργηθέν πανεπιστημιακό άσυλο είχε ισχυρούς δικαιοπολιτικούς συμβολισμούς. Αυτή η παράδοση σε συνδυασμό με το Συνταγματικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των πανεπιστημίων, έχουν συμβάλει ώστε το ζήτημα της αστυνομίας στα πανεπιστήμια να είναι ύψιστης πολιτικής σημασίας. Το άσυλο εκτός των άλλων σηματοδοτούσε την υπερίσχυση της ιδέας της ελευθερίας και της αξίας της γνώσης έναντι. Η θέσπιση λοιπόν πανεπιστημιακής αστυνομίας σηματοδοτεί την κατάρρευση αυτής αντίληψης και ταυτόχρονα την επέκταση της αγοράς σε περιοχές του δημόσιου τομέα.

Σε αυτό το πλαίσιο, μέσα από την απόλυτη στρέβλωση ενός σημαντικού θεωρητικού υποδείγματος στην Κοινωνιολογία, δομήθηκε και το αφήγημα της «ανομίας» στο δημόσιο λόγο, ως ταυτόσημο του χάους και της διάχυτης παρανομίας που, κατά τον κυρίαρχο λόγο, πρέπει να αντιμετωπιστεί. Έτσι, θα «νοικοκυρευτεί» το πανεπιστήμιο μέσω:

α) της αξιολόγησης που γίνεται σε πλήρη αναξιοπιστία στα όρια του γελοίου, όπως προανέφερα (π.χ. να ζητούνται πληροφορίες για την απορροφητικότητα των αποφοίτων με ανεργία άνω του 15%),

β) της μετατροπής του πανεπιστημίου σε επιχείρηση μέσω της κατά το δυνατόν σύνδεσης της κρατικής χρηματοδότησης με την εμπλοκή σε ποικίλα έργα και προγράμματα που έχουν οικονομική ανταποδοτικότητα, και γ) μέσω της διασφάλισης ότι δεν θα υπάρχει οποιασδήποτε αντίδραση σε κατά καιρούς κυβερνητικές πρωτοβουλίες που έχουν ως άξονα ιδίως την σύνδεση του πανεπιστημίου με την αγορά και επομένως, την υποβάθμιση κάθε θεσμού που δεν έχει οικονομικό αντίκρυσμα.

Για να γίνουν όλα αυτά χρησιμοποιείται μία κλασσική μέθοδος ιδιαίτερα γνωστή στους εγκληματολόγους, επειδή αφορά στην διαδικασία εγκληματοποίησης. Μέσω αυτής δημιουργείται η ανάγκη ενός νόμου ή λήψης μέτρων για καταστάσεις και συμπεριφορές που ανάγονται είτε επικοινωνιακά είτε ποινικά σε έγκλημα. Η συναίνεση για την εγκληματοποίηση προκύπτει μέσω της δημιουργίας «ηθικών πανικών» από τα ΜΜΕ και τη μεσολάβησης διάφορων «εργολάβων ηθικής», δια των οποίων μεγεθύνονται οι διαστάσεις, η σημασία και οι συνέπειες ενός υπαρκτού φαινομένου, το οποίο ανάγεται σε γενικό φαινόμενο.

Έτσι μέσω της κοινωνικής κατασκευής των ειδήσεων ή της συστηματικής προπαγάνδας από τα ΜΜΕ σε πολύ μικρό χρόνο όλοι αποκτούν μια συγκεκριμένη αντίληψη για το θέμα, στην περίπτωσή μας για τη ζωή στο Πανεπιστήμιο. Έτσι βρισκόμαστε ενώπιον του πρωτοφανούς και παράδοξου φαινομένου, της δισυπόστατης «κοινής γνώμης»: άνθρωποι που δεν έχουν ποτέ περάσει την πόρτα του πανεπιστημίου ή την πόρτα κανενός ελληνικού πανεπιστημίου, και που ουδέποτε έχουν συνομιλήσει με το μέσο καθηγητή, να έχουν άποψη για το τι είναι και το τι συμβαίνει στα ελληνικά πανεπιστήμια. Από την άλλη πανεπιστημιακοί που έχουν επιλέξει να έχουν μια συστηματική εμπλοκή με την αγορά, έχουν διαμορφώσει μία συγκεκριμένη αντίληψη για το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, που έρχεται σε κάθετη αντίθεση όχι μόνον με το Σύνταγμα αλλά και με τις ανάγκες του ελληνικού πανεπιστημίου.

Εκτός όμως από την εγκληματοποίηση της πανεπιστημιακής ζωής, όπως συμβαίνει γενικότερα με την κοινωνική κατασκευή των γεγονότων και του εγκλήματος γενικότερα, για να επιτευχθεί η συναίνεση στις μεταρρυθμίσεις που προανέφερα, είναι αναγκαίος ένας ακόμη παράγοντας, δηλαδή η αδρανοποίηση της εφαρμογής του νόμου μέσω της αδράνειας των αρμοδίων αρχών (π.χ για την αποδιάρθρωση της περιβάλλουσας τα ΑΕΙ εγκληματικότητας, μέσω του χαμηλού επιπέδου εξιχνιάσεων των ποικίλων επιθέσεων εντός των ΑΕΙ κλπ).

Έτσι η ιδέα της πρόσβασης και εγκατάστασης της αστυνομίας στα πανεπιστήμια δεν φαίνεται να συσχετίζεται με τους λόγους που προβάλλονται για να την νομιμοποιήσουν, δηλαδή, με την εγκληματικότητα, αλλά με άλλους λανθάνοντες, κυρίως οικονομικούς λόγους που ανέφερα συνοπτικά προηγουμένως. Υπό αυτούς του όρους εφευρέθηκε το αφήγημα της ανομίας. Επομένως είναι ανάγκη να μιλήσουμε για το πραγματικά εγκληματικό που συμβαίνει ή δεν συμβαίνει στα πανεπιστήμια, το οποίο δεν ορίζεται ούτε από την βούληση των πολιτικών ούτε από τη γνώμη των δημοσιογράφων, αλλά ορίζεται από αυτό που προβλέπει ο νόμος ως εγκληματικό και αποτυπώνεται και καταγράφεται με πολλούς πράγματι περιορισμούς.

Μια τέτοια συζήτηση θα πρέπει, να είναι σαφές, ότι μας δείχνει μια τάξη μεγέθους και όχι το πραγματικό μέγεθος των εγκλημάτων: Τυπικό χαρακτηριστικό της μέτρησης της εγκληματικότητας είναι ότι ένα μέρος μόνον των διαπραττομένων εγκλημάτων έρχεται σε γνώση των αρχών ή καταγγέλλεται. Αλλά και από αυτό που καταγγέλλεται μόνον ένα μικρό μέρος καταλήγει στα δικαστήρια και ένα ακόμα μικρότερο σε καταδίκες.  Σε αναζήτηση λοιπόν την παρανομίας και της εγκληματικότητας στα πανεπιστήμια χρησιμοποιήσαμε δύο πηγές, εκ των οποίων η δεύτερη θα παρατεθεί διεξοδικά επειδή για πρώτη φορά έρχεται στη δημοσιότητα αναλυτικά.

 

Η κοινωνική κατασκευή της «ανομίας»

Η πρώτη είναι μία έρευνα που εκπονήθηκε από δημοσιογράφο του Γραφείου Τύπου του ΠΑΜΑΚ από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάϊο του 2018 και αφορά δημοσιεύματα στο διάστημα αναφοράς 2011-2017.

Η άλλη έρευνα χρησιμοποίησε στοιχεία από την Ελληνική Αστυνομία στο πλαίσιο της επιτροπής Γαβρόγλου (βλ. επομ.). Δεν πρόκειται να αναλυθούν εδώ εκτενώς οι δύο έρευνες αλλά έχει σημασία να δούμε κάποια από τα στοιχεία τους. Και για τις δύο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι δεν έχουν απογραφικό χαρακτήρα, έχουν αρκετούς και διαφορετικούς περιορισμούς, αλλά παρόλα αυτά δίνουν μια σαφή περιγραφή των προβλημάτων.

Σε ότι αφορά την πρώτη έρευνα (στο εξής θα αναφέρεται ως έρευνα του ΠΑΜΑΚ), η οποία βασίστηκε σε δημοσιεύματα, έχει ενδιαφέρον ότι οι πολύ σοβαρές επισημάνσεις που έκανε ο ερευνητής–δημοσιογράφος, δεν λήφθηκαν καθόλου υπόψη από τα ΜΜΕ και τα κόμματα. Έτσι, πουθενά δεν αναφέρεται ότι πρόκειται για δημοσιεύματα και όχι για διαπραχθέτα αδικήματα με βάση τις καταγραφές της αστυνομίας, ούτε αναφέρεται ότι πρόκειται για ενδεικτική καταγραφή, όπως επισημαίνει και ορθά ο ίδιος ερευνητής, ούτε ότι αυτή η προσπάθειά του δεν φιλοδοξεί να θεωρηθεί επιστημονική.

Pic1

Η συγκεκριμένη έρευνα κατέληξε να καταγράψει 358 περιστατικά βίας και ανομίας, όπως χαρακτηριστικά διευκρινίζεται, που δημοσιοποιήθηκαν στον Τύπο με βάση τις καταγραφές μιας συγκεκριμένης εταιρείας αποδελτίωσης, μεταξύ 2011-2017. Από τα 358 περιστατικά σε 19 ΑΕΙ, τα 87 ήταν καταλήψεις, 67 εισβολές, 27 επιθέσεις (δεν διευκρινίζεται τι είδους!), 16 επεισόδια (χωρίς άλλη διευκρίνιση!), 8 κλοπές, 6 ένοπλες ληστείες, 20 ναρκωτικά (χωρίς άλλη διευκρίνιση!) κλπ. (βλ. σελ. 12 της έρευνας).

Πρόκειται για μία προβληματική αποτύπωση, επειδή δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο και ή έννοια της βίας και ανομίας (εσφαλμένα ο ερευνητής το εκλαμβάνει ως δεδομένο), δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ εγκλημάτων και ποινικά αδιάφορων συμπεριφορών (περιλαμβάνονται γεγονότα, όχι πράξεις και αφού περιλαμβάνει όλες τις πράξεις θα έπρεπε να εξετάσει ποιες έχουν ποινική απαξία, διαφορετικά ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι μια πράξη είναι έγκλημα, παράβαση κοινωνικού κανόνα κλπ).

Επίσης, πολλοί προβληματισμοί προκύπτουν από τη χρήση πολλών αόριστων εννοιών που επιδέχονται πολλές νοηματικές ερμηνείες (π.χ. τι θα πει εισβολή ή βία σε καθηγητές). Επιπλέον, η καταλογογράφηση των στοιχείων δημιουργεί αρκετά ερωτηματικά. Είμαστε λοιπόν ενώπιον μιας επιστημολογικά προβληματικής θεώρησης του ζητήματος με αντιεπιστημονικό τρόπο. Όμως η έρευνα αυτή έχει αξία επειδή υπάρχει επίγνωση των περιορισμών της και επειδή, όταν δημοσιεύθηκε, δεν υπήρχε άλλη. Σε κάθε περίπτωση, δίνει μια γενική εικόνα και μια τάξη μεγέθους παρά τα προβλήματα και τους περιορισμούς της.

Το δεύτερο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας αυτής είναι ότι τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν με το σκληρό νούμερο των 358 περιστατικών και όχι με τα πορίσματά της: έτσι δεν αναφέρθηκε ότι η έρευνα επισημαίνει πως δεν είναι ξεκάθαρο αν η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου από τον νόμο Διαμαντοπούλου συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των περιστατικών «ανομίας» (τα εισαγωγικά δικά μου) ή αν αντίθετα τα πολλαπλασίασε (σελ 9). Τα ΜΜΕ ανέφεραν μόνον ότι ο πραγματικός αριθμός των περιστατικών είναι πολύ μεγαλύτερος.

Η διαδικασία χαρακτηρισμού μιας πράξης ως εγκλήματος είτε στατιστικά, είτε νομικά είναι μια επίπονη διαδικασία με επιστημονικούς κανόνες και χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή. Σε κάθε περίπτωση η ερμηνεία αυτών των στοιχείων είναι σωστό να γίνεται στο πλαίσιο των συνθηκών που τα περιβάλλουν. Υπό αυτήν την έννοια καθόλου δεν αποτυπώνουν μια διάχυτη εγκληματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει τέτοια εγκληματικότητα, αλλά μάλλον αποτυπώνουν το ανούσιο της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου εκείνη την περίοδο.

 

Η «εξαφάνιση» και απαξίωση αντι-κατασταλτικών θεωρήσεων

Η δεύτερη έρευνα προκύπτει από μια συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων που τηρεί η Ελληνική Αστυνομία, διαδικασία που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της Επιτροπής Γαβρόγλου.vi Τα στοιχεία είναι κατηγοριοποιημένα κατά πανεπιστήμιο, αφορούν το διάστημα 2007-2017 και αντλήθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία. Πρόκειται επομένως για διαπραχθέντα αδικήματα. Και αυτή η έρευνα έχει περιορισμούς, υπό την έννοια ότι το διάστημα αναφοράς δεν είναι ίδιο για όλα τα ΑΕΙ, η καταχώρηση των συμβάντων δεν είναι ακριβής, καθώς καταχωρούνται και περιστατικά άσχετα με τα ΑΕΙ, απλά επειδή συμβαίνουν έξω από τα ΑΕΙ, επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επαλήθευσης των συμβάντων που είχαν καταχωρηθεί από την αστυνομία και όχι από στατιστικές υπηρεσίες, λόγω των συνθηκών άντλησης στοιχείων.

Pic2

Ωστόσο αυτή η έρευνα περιγράφει μια σαφή εικόνα του προβλήματος με πολλά ποιοτικά στοιχεία και σαφώς προσφέρεται για ορισμένα  κρίσιμα συμπεράσματα. Ο λόγος που αναφέρεται η έρευνα εδώ είναι για να δούμε – διότι αυτό είναι το σωστό ερώτημα – αν η εγκληματικότητα στα πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια είναι σε τέτοια επίπεδα, που θα νομιμοποιούσε την μόνιμη παρουσία της αστυνομίας εκεί.

 

Pic3

Από τις απαντήσεις που έλαβε η Επιτροπή από 14 ΑΕΙ, για 5 από αυτά αναφέρεται ρητά ότι δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα ή καθόλου προβλήματα (το ένα είναι κεντρικό ΑΕΙ). Από τα υπόλοιπα Ιδρύματα και με βάση τα στοιχεία που διατέθηκαν τα προβλήματα εγκληματικότητας έχουν ως εξής.

α) Η έκταση και το είδος της εγκληματικότητας στα Α.Ε.Ι. έχει σποραδικό και περιστασιακό χαρακτήρα, είναι κατά κανόνα χαμηλής ποινικής απαξίας και δεν χαρακτηρίζει τη ζωή στα πανεπιστήμια. Η εγκληματικότητα που καταγράφεται στα ΑΕΙ της χώρας δεν είναι ομοιογενής, έχει σχέση και με το βαθμό αστικότητας της περιοχής, με την ποιότητα ζωής των περιοχών που είναι εγκατεστημένα τα ΑΕΙ και, συνολικά, βρίσκεται σε συνάρτηση με το χωρικό περιβάλλον στο οποίο αυτά είναι εγκατεστημένα.

β) η εγκληματικότητα συχνά σχετίζεται με παράγοντες εξωτερικούς του Πανεπιστήμιου, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και «αξιοποιούν» τον περιβάλλοντα τα ΑΕΙ χώρο, τις συνθήκες ελεύθερης πρόσβασης και κίνησης που επικρατούν στα ελληνικά πανεπιστήμια, ιδίως το γεγονός ότι πρόκειται για πολυσύχναστους χώρους ή δύσκολα επιτηρούμενους (π.χ. πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, Κρήτης κλπ).

γ) Επίσης, η εγκληματικότητα σε κάθε ΑΕΙ σχετίζεται και με παράγοντες εσωτερικούς, που αφορούν ενδεχομένως την ζωή στο Πανεπιστήμιο και τη λειτουργία του ή ακόμα και την εμπλοκή υπαλλήλων σε εγκληματικές ενέργειες. Επομένως, η εγκληματικότητα στα ΑΕΙ είναι ένα σύνθετο πρόβλημα.

δ) Ο φοιτητικός πληθυσμός των ΑΕΙ είναι απολύτως αμέτοχος στο μεγαλύτερο μέρος των εγκλημάτων που διαπράττονται μέσα και γύρω από τους χώρους ιδιοκτησίας των ΑΕΙ. Όμως ακόμα και εκεί που καταγράφονται προβλήματα, ιδίως βίας, αναφέρεται ότι αυτά δημιουργούνται από μικρές μειοψηφίες του φοιτητικού πληθυσμού. Σε σχέση με τα εγκλήματα που διαπράττονται έξω και γύρω από τα ΑΕΙ και αφορούν το λεγόμενο κοινό έγκλημα κατά κανόνα η ταυτότητα των δραστών είναι άγνωστη. Παρόλα τα χαμηλά ποσοτικά της μεγέθη και την χαμηλή ποινική απαξία της η εγκληματικότητα στα ΑΕΙ, είναι συχνά ποιοτικά εξαιρετικάπροβληματική, ως προς τον αντίκτυπο που έχει για το κύρος των πανεπιστημίων και για το αίσθημα ασφάλειας του πληθυσμού των ΑΕΙ· και τούτο επειδή, συμβαίνει σε χώρους που η κοινωνία θεωρεί (εσφαλμένα ίσως), ότι δεν πρέπει να συμβαίνει κανένα έγκλημα, εξαιρώντας έτσι το πανεπιστήμιο από την ίδια την κοινωνία της οποίας είναι μέρος.

Είναι σαφές, ότι η χωρική διάρθρωση και η γεωγραφική θέση συγκεκριμένων πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων παρέχει ευκαιρίες διάπραξης εγκλημάτων που δεν έχουν σχέση με το πανεπιστήμιο και κάποτε απαιτούν ένα βαθμό οργάνωσης. Μια τέτοια περίπτωση είναι οι ληστείες χρηματαποστολών, όπως για παράδειγμα οι ληστείες κατά των εφοδιασμό ΑΤΜ στην Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου. Είναι σαφές, ότι έχουν προετοιμαστεί λεπτομερώς, ότι πρόκειται για πράξεις που μπορεί να έχουν συνεργούς υπαλλήλους κλπ, και είναι άσχετες με τους φοιτητές, Δεν αποτελούν, συνεπώς, χαρακτηριστικό πρόβλημα στα ΑΕΙ παρά τις περί αντιθέτου διαδιδόμενες απόψεις.

Από τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας προς την προαναφερθείσα Επιτροπή, για το διάστημα 2010 - 2017 αναφέρονται π.χ. για το Α.Π.Θ. ληστείες, που έχουν διαπραχθεί όχι μόνον εντός αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο του ΑΕΙ, δηλαδή, στα πεζοδρόμια κλπ γύρω από το πανεπιστήμιο. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι στην περιοχή έχει αναπτυχθεί ανοικτή αγορά ναρκωτικών κατά το διάστημα αναφοράς και ότι πρόκειται για το κέντρο της πόλης κατανοείται ο λόγος που καταγράφεται εκεί μεγάλο μέρος μικροεγκλημάτων στο σύνολο του διαστήματος αναφοράς (2010-2017). Αλλά ακόμα και έτσι η ετήσια κατανομή τους είναι σε χαμηλά επίπεδα και επίσης τα μεγέθη αυτά σχετίζονται με την πιάτσα ναρκωτικών και την περιβάλλουσα τις εξαρτήσεις εγκληματικότητα. Αντί όμως να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της αγοράς ναρκωτικών, το δημόσιο ενδιαφέρον επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην «ανομία» στο ΑΠΘ.

Σε κάθε περίπτωση μια σύγκριση ανάμεσα στα γενικά μεγέθη της εγκληματικότητας ανά περιοχή και την εγκληματικότητα σε μεγάλα ΑΕΙ δείχνει, ότι:

 

α) οι διαστάσεις της εγκληματικότητας στα ΑΕΙ είναι στατιστικά ασήμαντες κατ΄ έτος και αυτοτελώς και σε σύγκριση με γενικότερα μεγέθη της εγκληματικότητας (βλ. Πίνακες 1 και 2).

β) ότι υπάρχουν εγκλήματα που αποτελούν ίδιον των πανεπιστημίων και συνιστούν άλλοτε ήπιες κοινωνικές παραβατικές πρακτικές, χαμηλής κοινωνικής και ποινικής απαξίας και άλλοτε εκφυλιστικές εκφράσεις παλαιότερων πρακτικών πολιτικού και κοινωνικού ακτιβισμού που τις έχουν οικειοποιηθεί διάφορες ομάδες (βλ. επομ.).

γ) ότι ένα μέρος της εγκληματικότητας στα Πανεπιστήμια συσχετίζεται με την γενική διάρθρωση του αστι-

κού χώρου και με τα κοινωνικά προβλήματα που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή .

 

Επομένως, θα ήταν λάθος να προσεγγίζεται η εγκληματικότητα στα ΑΕΙ ως ένα ζήτημα αποκομμένο από το κοινωνικό περιβάλλον των ΑΕΙ (βλ. σχετ. επομ. εγκλήματα κλοπών, ληστειών κλπ).

Ειδικότερα έχοντας ως πεδίο ανάλυσης την εγκληματικότητα σε τρία μεγάλα πανεπιστήμια της Αθήνας και σε δύο μεγάλα πανεπιστήμια στην Β. Ελλάδα και την Πελοπόννησο προκύπτει κατά το διάστημα 2007 -2018 (α’ εξάμηνο) καταγράφηκαν στα κεντρικά ΑΕΙ της Αθήνας (ΕΚΠΑ, ΟΠΑ και ΕΜΠ) συνολικά μόνον 50 περιστατικά, ενώ για το διάστημα 2010-2017 στο ΑΠΘ καταγράφηκαν 1747 περιστατικάvii και στο πανεπιστήμιο Πατρών 207 περιστατικά κατά το διάστημα 2010-2016.

Από την ποιοτική ανάλυση των στοιχείων διαπιστώνουμε ότι και στις τρεις περιοχές έχει μεγάλη σημασία η χωρική θέση των εγκαταστάσεων. Επίσης προκύπτει ότι όταν οι πανεπιστημιακές μονάδες περιβάλλονται από ανοικτές πιάτσες ναρκωτικών, οι κλοπές και οι μικροληστείες του δρόμου είναι συχνότερες, ενώ οργανωμένες ληστείες έχουν καταγραφεί σε περιοχές που είναι σε πανεπιστημιουπόλεις εκτός κέντρου, οι οποίες προσφέρουν καλύτερες δυνατότητες διαφυγής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι ληστείες στην Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου και οι ληστείες του δρόμου στην κεντρική Πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ

Είναι επίσης προφανές ότι η εγκληματικότητα που καταγράφεται στα ΑΕΙ δεν αποτελεί δείκτη χάους και κατάρρευσης της ευταξίας. Το σύνολο της εγκληματικότητας που καταγράφηκε στο διάστημα σχεδόν μιας δεκαετίας σε συγκεκριμένα ΑΕΙ της χώρας, δεν αντιστοιχεί παρά σε ένα ελάχιστο  υποπολλαπλάσιο των ετήσιων μεγεθών της εγκληματικότητας στις αντίστοιχες Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις (Πίνακες 1 και 2).

Tab1Tab2

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι τα στατιστικά μεγέθη της εγκληματικότητας δεν δικαιολογούν την θέσπιση μόνιμης παρουσίας αστυνομίας στα ΑΕΙ.

Συνολικά, η εγκληματικότητα που διαπιστώνεται στα ΑΕΙ δεν αποτελεί ένα μόνιμο και ουσιαστικό πρόβλημα τους, παρά την αντίθετη άποψη που συχνά επικρατεί για το ζήτημα αυτό. Η εγκληματικότητα στα ΑΕΙ με βάση τα στοιχεία που παραθέτουμε, έχει ποσοτικά περιορισμένο εύρος και σποραδικό χαρακτήρα και αν και διαφέρει και ποσοτικά και ποιοτικά από ΑΕΙ σε ΑΕΙ, διαρθρώνεται σε διάφορες κατηγορίες, ιδίως χαμηλής ποινικής απαξίας. Πρόκειται για εγκλήματα που έχουν σχέση γενικά με τη ζωή στο ΑΕΙ (καταλήψεις, φθορές, παρακώλυση λειτουργίας οργάνων) αλλά και με κοινά εγκλήματα, ιδίως κλοπές. Είναι συνολικά στατιστικά ασήμαντη. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ποιοτικές επιπτώσεις και προεκτάσεις και για τα ΑΕΙ και για τα συγκεκριμένα κάθε φορά θύματα (βλ Πίνακα 3 για τα αναλυτικά στοιχεία) . Από τα εγκλήματα που καταγράφηκαν συνολικά ξεχωρίζουν :

 

Κλοπές

 

Οι κλοπές διακρίνονται σε κλοπές διαφόρων αντικειμένων, διαρρήξεις οχημάτων και κλοπές εξοπλισμού (π.χ. προτζέκτορες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές κλπ., για τα οποία όμως δεν υπάρχουν αναλυτικές αναφορές και στοιχεία). Ειδικότερα, σε ότι αφορά τις κλοπές, μεγάλο μέρος τους φέρεται να αφορά εξοπλισμό, ιδίως στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό των ΑΕΙ ή των ΔΕΠ. Δεν είναι σαφές εάν οι κλοπές εξοπλισμού αφορούν εξοπλισμό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ατομικά (π.χ προσωπικός Η/Υ) ή αν πρόκειται και για εξοπλισμό επαγγελματικού τύπου που τα επιμέρους μέρη του έχουν κάποια αξία στην αγορά, οπότε μπορεί να πιθανολογηθεί ένας βαθμός οργάνωσης των δραστών.

Η άλλη κατηγορία κλοπών αφορά συγκεκριμένα κλοπές διαφόρων αντικειμένων ότι πρόκειται για κλοπές του δρόμου: συμβαίνουν τις βραδυνές ώρες με απειλή ή και χρήση βίας, Ο αριθμός των κλοπών είναι εντυπωσιακός σε σύγκριση με άλλα ΑΕΙ, ενώ δεν φαίνεται το έγκλημα αυτό να συσχετίζεται με τη λειτουργία μονάδας του ΟΚΑΝΑ.

 

Ληστείες

Οι ληστείες διακρίνονται σε ληστείες ως αποτέλεσμα συμμοριακής δράσης ή εγκληματικών οργανώσεων και σε ληστείες με δράστες μεμονωμένα άτομα και θύματα άτομα που βρίσκονται στο χώρο των ΑΕΙ. Η Πανεπιστημιούπολη ενδεχομένως επιλέγεται ως πρόσφορη για τέτοιες δράσεις περιοχή, μάλλον επειδή παρέχει ευκολία διαφυγής, είναι τόπος πολυσύχναστος και άρα μπορεί με ασφάλεια να παρακολουθηθεί η διαδικασία εφοδιασμού των μηχανημάτων. Η πληροφόρηση των δραστών μπορεί να επιτυγχάνεται και σε συνεργασία με υπαλλήλους. Συνολικά πρόκειται για εγκληματικότητα που δεν σχετίζεται με τη δράση φοιτητών και φοιτητικών ομάδων. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι τόσο η Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου όσο και ο περίβολος του κτιρίου της Νομικής Σχολής (Μέγαρο Θεωρητικών Επιστημών) αποτελούν δύο χωρικές ενότητες, των οποίων η ειδικότερη μορφολογία (π.χ. πρόκειται για μια τεράστια έκταση ελεύθερης πρόσβασης στου Ζωγράφου και για χώρο που βρίσκεται στο κυρίως κέντρο της πόλης που εφάπτεται με ανοικτή λιανική αγορά ναρκωτικών στην Νομική) ευνοεί και την εγκληματικότητα αλλά και την ασάφεια γύρω από το ακριβές μέγεθός της.

Pic4

Αναλυτικά σε ότι αφορά το ΕΚΠΑ αναφέρονται στο διάστημα 2007–2016: 4 ληστείες σε βάρος χρηματαποστολής κατά τον ανεφοδιασμό ΑΤΜ και μία απόπειρα ληστείας σε βάρος χρηματαποστολής όλα στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου.

Tab3

Σε ότι αφορά το ΑΠΘ οι ληστείες αναφέρονται ως «ληστείες εντός–πλησίον Α.Π.Θ.», δηλαδή, περιστατικά που έγιναν μέσα στο χώρο του Α.Π.Θ. ή και για ληστείες οι οποίες τελούνται σε βάρος πεζών που κινούνται στους χώρους των Πανεπιστημίων, τελούνται με εκφοβισμό και απειλή χρήσης βίας, χρήση σωματικής βίας, απειλή μαχαιριού, απειλή σύριγγας, απειλή όπλου, ενώ αφαιρούνται χρηματικά μικροποσά, ηλεκτρονικές συσκευές (λάπτοπ, κινητά τηλέφωνα) καθώς και κοσμήματα (αλυσίδες, δαχτυλίδια). Συνολικά πρόκειται αποκλειστικά για ληστείες δρόμου. Επομένως, σε αντίθεση με το ΕΚΠΑ, εδώ δεν έχουν διαπιστωθεί περιστατικά οργανωμένης ληστείας. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δράστες και των κλοπών και των ληστειών κατά τεκμήριο και σύμφωνα με τα στοιχεία που χορηγήθηκαν, προέρχονται από φτωχά στρώματα πληθυσμού με χαμηλό κατά κανόνα κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Τα στοιχεία αυτά θέτουν και άλλα γενικότερα ερωτήματα για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού πέρα από την ποινική διάστασή του.

 

Λιανική αγορά ναρκωτικών

Η ανοικτή λιανική αγορά ναρκωτικών που είναι χαρακτηριστικό πολλών μεγάλων πόλεων στην Ευρώπη, αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για ορισμένα πανεπιστήμια στην Αθήνα (βλ ΕΚΠΑ, Ο.Π.Α.) και τη Θεσσαλονίκη (Α.Π.Θ.), όπου τέτοιες αγορές ναρκωτικών έχουν εγκατασταθεί σε χώρους γύρω από τα Πανεπιστήμια. Το πρόβλημα αυτό έχει επίσης πολλές όψεις. Ειδικότερη έμφαση, κατά την ανάλυση και πρόταση μέτρων αντιμετώπισης των ανοικτών λιανικών αγορών ναρκωτικών, πρέπει να δοθεί σε παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξή τους στο επίπεδο της προσφοράς: ειδικότερα έχει σημασία η χωροθέτηση των πανεπιστημίων κοντά σε υπάρχουσες αγορές ναρκωτικών, η λειτουργία που μπορεί να έχει το πανεπιστήμιο για αυτές κλπ. Χαρακτηριστικό είναι, ότι τέτοιες αγορές είναι εμφανείς στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη και ότι επομένως τα συγκεκριμένα ΑΕΙ (Α.Π.Θ., ΕΚΠΑ, ΕΜΠ, ΟΠΑ, ΑΣΠΑΙΤΕ κλπ) είναι ευάλωτα σε αυτές. Συνολικά, διάφοροι κοινωνικο-πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες ευνοούν την ανάπτυξη αγορών ναρκωτικών στα ΑΕΙ και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να υπάρξει, κατά περίπτωση, διερεύνηση ειδικότερων παραγόντων (π.χ. προσφορότητα πελατών, διαφυγής, ανταλλαγών, αλλά και υποβάθμιση της περιοχής από απουσία κατοικιών και ακατάλληλες χρήσεις γης, ακατάλληλες πολιτικές αστυνόμευσης κλπ). Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να υπάρχει και η επίγνωση ότι η αποδιάρθρωση της ανοικτής λιανικής αγοράς ναρκωτικών δεν θωρακίζει το πανεπιστήμιο από τα ναρκωτικά, καθώς η ανοικτή αγορά είναι ένας από τους τρόπους που διακινούνται είτε στο πανεπιστήμιο είτε αλλού.

 

Σωματικές βλάβες και φθορές

Η σωματική βία που αναπτύσσεται στα ΑΕΙ αλλά και οι καταστροφές και φθορές περιουσίας έχουν περιορισμένο εύρος και κατά κανόνα στοχευμένο χαρακτήρα. Ανάμεσα σε άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνονται περιστατικά ξυλοδαρμών ιδίως καθηγητών ή καταστροφών γραφείων καθηγητών από περισσότερους του ενός δράστες. Στις περιπτώσεις ξυλοδαρμών τα περιστατικά αυτά έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Παρά το γεγονός ότι θύματα της σωματικής βίας βιώνουν τραυματικά την θυματοποίησή τους και το ότι τα γεγονότα αυτά έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη ζωή στα ΑΕΙ και έχουν «αξιοποιηθεί» πολιτικά, τα φαινόμενα αυτά δεν χαρακτηρίζουν τη ζωή στα ΑΕΙ. Περισσότερο χαρακτηριστικές είναι οι μικροφθορές επιμέρους εγκαταστάσεων παρά άλλου τύπου βία. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια του διαστήματος αναφοράς σημειώνονται περιστατικά που αφορούν σε δράση ομάδων που στρέφονται εναντίον οποιουδήποτε βρίσκεται στο χώρο. Πρόκειται για μια μεθοδολογία η οποία αποκτά απήχηση μάλλον διεθνώς και χαρακτηρίζει ποικίλων ιδεολογικών προσανατολισμών ομάδες, ιδίως νέων, που υιοθετούν πρακτικές τυφλής βίας, μέχρι πρότινος ίδιον νεοφασιστικών ομάδων και δραστών του κοινού ποινικού δικαίου. Είναι σκόπιμο οι τάσεις αυτές να διερευνηθούν ποιοτικά περισσότερο, καθώς είναι πιθανό ότι εκφράζουν και «υπόγειες αξίες» και υπο-πολιτισμούς που «διαπλέκονται» με επιμέρους ομαδώσεις και υποσυστήματα.

Καταλήψεις, παρακώλυση λειτουργίας ακαδημαϊκών οργάνων και περιπτώσεις ομαδικής βίας

Οι καταλήψεις χώρων του πανεπιστημίου είναι ένα σύνθετο πρόβλημα. Οι καταλήψεις εκ μέρους φοιτητών, οι φθορές κάθε είδους όπως και οι εκφοβιστικές ενέργειες ή παρεμβάσεις κατά τις συνεδριάσεις οργάνων αποτελούν πρόβλημα για ορισμένα ΑΕΙ.

Από το 2012–13, ενώ τα περιστατικά παρανομίας σε χώρους των ΑΕΙ εξακολουθούν να έχουν απολύτως περιστασιακό χαρακτήρα, η φαινομενολογία τους αλλάζει: συμβαίνουν με τη μορφή βίαιων επιθέσεων στη διάρκεια της ημέρας, έχουν ομαδικό χαρακτήρα (ομάδες των 3, 50, 70 ατόμων) και στρέφονται κατά φοιτητών ή εγκαταστάσεων–χώρων γραφείου του πρύτανη του ΑΕΙ. Σε μια περίπτωση η αστυνομία έκανε έρευνα στο κτίριο «Γκίνη» του ΕΜΠ (21.8.2013) και διαπίστωσε ότι στο κτίριο έμεναν 3 αλλοδαποί, αλλά δεν προκύπτει ότι βρήκε όπλα [τεκμηρίωση από εφημερίδα].

Σύμφωνα με τις απόψεις που διατυπώθηκαν στην Επιτροπή δεν είναι τόσο η ποινική απαξία της πράξης που προκαλεί δυσλειτουργία στην πανεπιστημιακή κοινότητα (καθώς πρόκειται για ελαφρά εγκλήματα), όσο η συχνότητα και η παραβίαση βασικών κανόνων ανεκτής αντιπαράθεσης. Σε κάποιες περιπτώσεις φοιτητικών καταλήψεων η ήπια αντιμετώπισή τους έχει θετικά αποτελέσματα. Τέλος, αναφέρονται καταλήψεις πανεπιστημιακής περιουσίας από εξωπανεπιστημιακούς που εμποδίζουν τα ΑΕΙ να αξιοποιήσουν και να χρησιμοποιήσουν την περιουσία τους.

Ειδικότερα για τις καταλήψεις ΑΕΙ ιδιαίτερη δημοσιότητα έλαβε το φαινόμενο το 2015. Η χρονιά εκείνη άρχισε με την κατάληψη της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ (13-18.3.2015 ) και την κατάληψη της Πρυτανείας του ΕΚΠΑ (30.3 -17.42015) . Στη συνέχεια η επίθεση στην ομάδα ΔΕΛΤΑ στο Ο.Π.Α., η εισβολή 15μελούς ομάδας στην Πανεπιστημιούπολη και η διακοπή εκδήλωσης δημιούργησαν συνθήκες και παραστάσεις διάχυτης βίας. Στο τέλος του έτους προκλήθηκαν στοχευμένα φθορές σε γραφείο καθηγητή του ΕΜΠ.

Εκτός από τις φοιτητικές καταλήψεις διεκδικητικού χαρακτήρα, υπάρχουν περιπτώσεις αυθαίρετης χρήσης χώρων από τρίτους για λόγους αναψυχής αλλά και η κατάληψη χώρων που χρησιμοποιούνται ως χώροι συνεύρεσης διαφόρων ομάδων που δημιουργούν ουσιαστικά προβλήματα λειτουργίας σε κάποια ΑΕΙ. Μετά από ένα διάστημα ύφεσης, από το τέλος του 2017 τα περιστατικά ποικίλης βίας αν και ολιγάριθμα επανακάμπτουν σε συχνότητα σε κεντρικούς χώρους των κεντρικών ιδίως ΑΕΙ και λαμβάνουν χαρακτήρα μαζικού εκφοβισμού: περισσότεροι του ενός δράστες (συνήθως πολυμελείς ομάδες) επιτίθενται απρόκλητα σε μεμονωμένα θύματα (Ο.Π.Α.) ή σε αόριστο αριθμό ατόμων στη διάρκεια ψυχαγωγικών ή επιστημονικών εκδηλώσεων μέσα στο πανεπιστήμιο (Αρχιτεκτονική Ε.Μ.Π., Πάντειο, Νομική ΕΚΠΑ), κατά περίπτωση και σε αρπαγές ή ληστείες μικροποσών (Νομική ΕΚΠΑ). Τα περιστατικά αυτά προσιδιάζουν ως προς τη μεθοδολογία τους σε ομάδες διαφορετικών πολιτικών ή κοινωνικών προσανατολισμών, αλλά το πλέον κρίσιμο είναι να διερευνηθούν ποιοτικά ώστε να διευκρινιστεί αν εκφράζουν και «υπόγειες αξίες» και υπο-πολιτισμούς που «διαπλέκονται» με επιμέρους ομαδώσεις και υποσυστήματα. Γεγονότα του 2018 δεν αξιολογήθηκαν συστηματικά στην παρούσα έρευνα, διότι η έρευνα συνέλεξε στοιχεία μόνον ως τις αρχές του 2018.

Αυτό που χαρακτηρίζει τα περιστατικά βίας που προαναφέρθηκαν στα μεγάλα πανεπιστήμια της Αθήνας είναι ότι πρόκειται για ομαδική άσκηση βίας, χωρίς να συμβαίνουν άλλα γενικότερα γεγονότα ταυτόχρονα (π.χ διαδηλώσεις, μεταρρυθμίσεις κα.) και ότι αναδύεται μια «κοινή μεθοδολογία επίθεσης» μεταξύ των διαφορετικών ομάδων που υπερβαίνει τις όποιες πολιτικοϊδεολογικές διαφορές τους. Επιπλέον στο Α.Π.Θ. καταγράφηκαν 30 απολύτως ανομοιογενή μεταξύ τους περιστατικά στο διάστημα 2010-2017 (διακεκριμένες έως απλές φθορές σε εξοπλισμό ή σε χώρους γραφεία, αυτοκίνητα, γκράφιτι, αναγραφή συνθημάτων κλπ και κάποτε παραβιάσεις σχετικά με τις εκρηκτικές ύλες, σωματικές βλάβες, κατάληψη χώρων και παρακώλυση συνεδρίασης οργάνων), τα οποία συσχετίσθηκαν από τις αρχές με τον αναρχικό ή τον αντι-εξουσιαστικό χώρο ή με σοβαρές απειλές της λειτουργίας του Α.Π.Θ.

 

Η ασφάλεια των πανεπιστημίων στις άλλες χώρες

Χωρίς να επιδιώκεται μια διεξοδική παράθεση των εμπειριών άλλων χωρών, έχει ενδιαφέρον να στρέψουμε το βλέμμα σε αυτές ενδεικτικά και συνοπτικά. Στις χώρες της Β. Αμερικής, όπως π.χ. ο Καναδάς, η αστυνομία στις Πανεπιστημιουπόλεις εν πολλοίς συγκροτείται από σώματα ειδικών φυλάκων που ονομάζονται «ειρηνοφύλακες». Είναι εφοδιασμένοι με στολές κλπ και μέσα ήπιας απώθησης, όπως σπρέϊ πιπεριού κλπ, αλλά δεν αποτελούν σώμα κανονικής αστυνομίας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις απαγορεύεται να τους αποκαλούν αστυνομικούς. Στις ΗΠΑ υπάρχει πανεπιστημιακή αστυνομία στις περισσότερες πανεπιστημιουπόλεις με αρμοδιότητες σύλληψης και οι περισσότεροι οπλοφορούν. Ωστόσο, η συμπεριφορά των αστυνομικών έχει αποτελέσει πολύ σοβαρό πρόβλημα τα τελευταία ιδίως χρόνια. Σήμερα στο Harvard, στο Υale και στο Σικάγο φοιτητές και καθηγητές ζητούν την αποχρηματοδότηση και την κατάργηση της πανεπιστημιακής αστυνομίας.

Pic5

Το ίδιο ζητά και η Αμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες (ACLU). Όπως αναφέρει, «παρά τον επιδιωκόμενο ρόλο τους ως ειρηνευτές, οι αστυνομικοί υπάλληλοι του ιδιωτικού πανεπιστημίου είναι συχνά υπεύθυνοι για τη βία εναντίον φοιτητών και κατοίκων της περιοχής. Τον Ιούλιο του 2015, ένας αστυνομικός του Πανεπιστημίου του Σινσινάτι πυροβόλησε θανάσιμα τον άοπλο 37χρονο Sam DuBose. Ο Tyrone West, ένας 44χρονος μαύρος, σκοτώθηκε από την αστυνομία του κρατικού πανεπιστημίου Morgan το 2013 κατά τη διάρκεια μιας στάσης κυκλοφορίας.

Και το 2018, ένας αστυνομικός του Πανεπιστημίου του Σικάγο πυροβόλησε τον τέταρτο φοιτητή Charles Thomas..».

Η πανεπιστημιακή αστυνομία δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ μετά και κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων του ’60.x Στο Ηνωμένο Βασίλειο Υπάρχουν συμβόλαια συνεργασίας των Πανεπιστημίων με την τοπική αστυνομία (π.χ. το πανεπιστήμιο του Northampton). Το ερώτημα «do you have any information that needs passing on to us or know of any suspicious activity in or around campus?» είναι αυτό που υποδέχεται τον επισκέπτη της ιστοσελίδας της πανεπιστημιακής αστυνομίας στο Northampton.  Αλλού υπάρχουν επίσης και συμβάσεις με ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας κατά περίπτωση, όπως το Πανεπιστήμιο του Μάνστεστερ.

Στην Ηπειρωτική Ευρώπη υπάρχει ένα διαφορετικό σύστημα αστυνόμευσης και οργάνωσης και της αστυνομίας και της δικαιοσύνης . Στην Γαλλία και στην Ιταλία, οι οποίες είναι και πιο κοντά στην Ελλάδα πολιτισμικά και ακαδημαϊκά, και στις οποίες υπάρχει μια γενικά κοινή αντίληψη και παράδοση σε πολλά πράγματα σχετικά με τα πανεπιστήμια, η παρουσία της αστυνομίας και ειδικότερα η επέμβαση στα πανεπιστήμια μπορεί να γίνει μετά από άδεια του πρύτανη ή των πρυτανικών αρχών γενικά. Η φύλαξη των πανεπιστημίων ανατίθεται σε υπαλλήλους–φύλακες του πανεπιστημίου ή σε εταιρείες ασφάλειας. Στο Πανεπιστήμιο του Salerno πάντως υπάρχει στην επίσημη ιστοσελίδα του σχετικό μενού για Τμήμα Αστυνομίας μέσα στο Πανεπιστήμιο.

Η Ιστορία του πανεπιστημιακού ασύλου στην Ιταλία είναι πολύ διαφορετική από αυτήν του δικού μας και ανάγεται στον ύστερο Μεσαίωνα, όταν προστατεύονταν οι πρώτοι φοιτητές καλόγεροι από τις διώξεις, επειδή σπούδαζαν την νέα γνώση. Η ιστορία των επεμβάσεων της αστυνομίας στα Ιταλικά Πανεπιστήμια όμως έχει πολλά κοινά με την Ελλάδα. Πολλές επεμβάσεις της αστυνομίαςxiv έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, αλλά διατηρείται η προϋπόθεση της παροχής σχετικής άδειας από τον πρύτανη για την επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων. Ενδεικτικό των διαφορών αντίληψης και προσέγγισης για τα ζητήματα αυτά ανάμεσα στην αγγλοσαξωνική και την ηπειρωτικό ακαδημαϊκή κοινότητα είναι το ότι η αναζήτηση στο google με τις ίδιες λέξεις π.χ. πανεπιστημιακή αστυνομία δίνει για τις ΗΠΑ το campus police και για χώρες της Ευρώπης τα Πανεπιστημιακά Τμήματα που διδάσκονται αστυνομικές σπουδές.

Η παρουσία της αστυνομίας και η συμβατότητά της με τη λειτουργία των ΑΕΙ Ωστόσο, υπάρχουν ζητήματα που αφορούν την ίδια την Αστυνομία. Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα εάν οι λειτουργίες της αστυνομίας και οι αρμοδιότητές της, όχι οι κατασταλτικές αλλά οι προληπτικές, είναι συμβατές και μπορούν να συμβιώσουν σε καθημερινή βάση με τη λειτουργία του πανεπιστημίου. Ειδικότερα βασικές προληπτικές αρμοδιότητες της αστυνομίας είναι (άρθρο 94, Π.Δ. 141/1991):

Ο έλεγχος προσώπων, πραγμάτων, χώρων προσιτών στο κοινό και άρα ταυτοποίηση στοιχείων, έρευνα σε τσάντες, έρευνα σε χώρους προληπτικά, επειδή μπορεί να υπάρχει υπόνοια π.χ. ότι υπάρχουν στοιχεία εγκλήματος και άρα έρευνα σε αμφιθέατρα και μάλιστα επειγόντως μήπως και χαθούν τα στοιχεία, όπως επίσης και σε γραφεία καθηγητών, εργαστήρια κλπ. Επίσης, η αστυνομία προληπτικά επιτηρεί τους επαίτες, αλήτες, υπόπτους και καταδικασμένους στο παρελθόν για εγκληματική δραστηριότητα, εφαρμόζει τη νομοθεσία για την οπλοφορία και την κατοχή, κατασκευή, διάθεση και μεταφορά όπλων, εκρηκτικών μηχανημάτων. Επιπλέον η αστυνομία θα κάνει συγκέντρωση πληροφορίας όπως έχει αρμοδιότητα νόμιμα να προβαίνει: επομένως νόμιμα θα μπορεί να ρωτάει σχετικά οποιονδήποτε μέσα στο πανεπιστήμιο. Πέραν τούτων η αστυνομία έχει καθήκοντα επαγρύπνησης που τα επιτελούν οι αστυνομικοί σκοποί και οι περίπολοι (βλ. άρθρο 73, και 74 Π.Δ. 141/1991).  Αυτές οι λειτουργίες όχι μόνον δεν είναι συμβατές με ελληνικό πανεπιστήμιο, αλλά υπάρχουν βάσιμες εκτιμήσεις, ότι δεν θα γίνουν δεκτές στην  καθημερινότητα των φοιτητών και θα δημιουργήσουν περαιτέρω προβλήματα.

Θα παρακάμψω την ανάλυση τριών ακόμα ζητημάτων, αλλά τα παραθέτω συνοπτικά διότι και τα τρία αφορούν την καταλληλότητα της αστυνομίας. Το ένα αφορά την εκπαίδευση που θα λάβουν οι αστυνομικοί ώστε να αποτρέπουν προβληματικές καταστάσεις μέσα στα πανεπιστήμια και να εγγυώνται την ασφάλεια στα πανεπιστήμια. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή, από όσο είναι σε γνώση μας, κατάλληλο σύστημα εκπαίδευσης για την προστασία των προσώπων και εγκαταστάσεων σε εκπαιδευτικές μονάδες. Εκτιμούμε ότι η ΕλληνικήΑστυνομία δεν έχει την ειδική τεχνογνωσία για να επιτελέσει αυτή τη λειτουργία και ότι αν λάβουμε υπόψη σοβαρά την ανάγκη διαμόρφωσης επαγγελματιών φυλάκων και όχι σκοπών ασφάλειας, τότε πρέπει να τεθεί υπό συζήτηση ένα νέος τύπος επαγγελματία, ο φύλακας.

Το δεύτερο θέμα αφορά κατά συνέπεια τη φύλαξη. Η φύλαξη είναι μια λειτουργία που υπάγεται στον Πρύτανη και μπορεί να περιγραφεί ενδεικτικά ως ακολούθως: διασφαλίζει την λειτουργία των εγκαταστάσεων που φυλάσσονται, προστατεύει την φυσική ακεραιότητα προσώπων που εργάζονται ή βρίσκονται στο χώρο και κινδυνεύουν ή πλήττονται από φυσικές καταστροφές, καιρικές συνθήκες ή κάθε είδους βλάβες εγκαταστάσεων, παρέχει πρώτες βοήθειες, διασφαλίζει την καλή λειτουργία των εγκαταστάσεων κατά τη διεξαγωγή μαθημάτων εργαστηρίων κλπ, βρίσκεται σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσει με ήπια μέσα και τεχνικές (π.χ. διαπραγμάτευση διαμεσολάβηση) κάθε είδους πρόκληση ή οχλούσα συμπεριφορά και επίσης, συνδράμει κάθε πρόσωπο που έχει ανάγκη μέσα στο χώρο φύλαξης. Εάν υπάρξει ζήτημα διάπραξης εγκλημάτων ειδοποιεί την αστυνομία. Πρόκειται επομένως για μια ιδιαίτερη λειτουργία άμεσα συναρτώμενη με την λειτουργία του Πανεπιστημίου.

 

Η εμπιστοσύνη στην αστυνομία

Τέλος, τίθεται ένα θέμα εμπιστοσύνης προς της αστυνομία: από πολλές πλευρές όπως ανεξάρτητες αρχές εσωτερικές και Διεθνείς αλλά και το ΕΔΔΑ όπως επίσης και τις εκθέσεις του εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, προκύπτει όχι μόνον μια προβληματική συμπεριφορά της αστυνομίας που αφορά καταχρηστική άσκηση της εξουσίας της κατά τη διάρκεια ελέγχων προσαγωγών κλπ, αλλά και συστηματική απουσία επαρκούς διερεύνησης σχετικών περιστατικών. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή τάση, αλλά για μια τάση που χρόνια τώρα διαπιστώνεται ποικιλοτρόπως.

 

Συμπερασματικές εκτιμήσεις

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν υπάρχει κάποια κλιμάκωση, έξαρση ή συστηματική τάση της εγκληματικότητας στα ελληνικά ΑΕΙ και όταν προκύπτει πρόβλημα, δεν πρόκειται για καθημερινό πρόβλημα. Τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι ενδεικτικά για να κατανοήσουμε αυτό που ισχυρίζομαι : δηλαδή ότι δεν είναι η εγκληματικότητα ο λόγος για τον οποίο επιλέγεται η εγκατάσταση ή η μόνιμη παρουσία της αστυνομίας στα πανεπιστήμια.

Ακόμα και το περιστατικό με την επίθεση στον Πρύτανη του Ο.Π.Α. πρέπει να εκτιμηθεί πέραν ενός ποινικού λαϊκισμού που υποστηρίζει ότι το έγκλημα είναι εκτός ελέγχου και τα πανεπιστήμια χώροι χάους. Ιδίως σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αναγκαία μέτρα και πολιτικές που να εμπεδώνουν τη Δημοκρατία. Στο δημοκρατικό κράτος, η καταστολή, ακόμα και εάν η νομιμότητα έχει δεχθεί πλήγμα, πρέπει να είναι το έσχατο μέσον: για ποιο λόγο λοιπόν σε ένα περιστατικό που δεν χαρακτηρίζει την πανεπιστημιακή ζωή λαμβάνουμε αυτό ως μέσο όρο για να νομοθετηθούν συγκεκριμένες δράσεις, χωρίς να δοκιμαστούν ηπιότερα μέσα;

Σε αυτό το ερώτημα δεν δίνεται απάντηση. Όσες φορές και εάν τεθεί η ερώτηση, απάντηση δε θα υπάρξει, επειδή απλά απαξιώνεται κάθε άλλη απάντηση εκτός από την απαίτηση για (περισσότερη) καταστολή. Και απαξιώνεται κάθε άλλη απάντηση, επειδή δεν είναι η εγκληματικότητα ο λόγος της πρότασης δημιουργίας πανεπιστημιακής αστυνομίας. Διαφορετικά θα μπορούσαν να συζητηθούν και άλλες λύσεις. Ένας πραγματικός λόγος είναι η εκχώρηση μιας δημόσιας λειτουργίας σε ιδιώτες και ένας άλλος, η πεποίθηση ότι η καταστολή αποδίδει (πράγμα απολύτως και τεκμηριωμένα εσφαλμένο).

Εκτός όμως από την εγκληματικότητα, ζητήματα που ανάγονται στις λειτουργίες της ίδιας της αστυνομίας και στην μεγάλη διάσταση που υπάρχει μεταξύ αστυνόμευσης και φύλαξης συνθέτουν ένα πολύπλευρο ζήτημα που η αντιμετώπισή του δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε απλή. Άρα είναι αναγκαία μια άλλη αντίληψη για το πως αντιμετωπίζονται φαινόμενα εγκληματικότητας μέσα στα πανεπιστήμια.

Από τα συστήματα ιχνηλασίας στον εξοπλισμό των ΑΕΙ μέχρι τη διαφορετική διαμόρφωση του χώρου, έως τη δημιουργία επιτροπών διαμεσολάβησης μέσα στα ΑΕΙ και τη δημιουργία μιας υπηρεσίας φύλαξης εκπαιδευτικών μονάδων, υπάρχουν λύσεις πέρα από την αστυνόμευση στα Πανεπιστήμια. Το θέμα είναι περισσότερο από κάθε άλλο πολιτικό και αυτό πρέπει να αναδειχθεί.

 Pic6

Επισυνάπτεται το PDF του τεύχους 8 της επιθεώρησης που πειρέχει την παρούσα δημοσίευση, όπου αναφέρονται πηγές, βιβλιογραφία και λοιπές πληροφορίες. Στο σύνολο του το περιοδικό έχει μεγάλο ενδιαφέρον

Loading...