ithaki001

 

 

«Άλλο ένα καλοκαίρι» , ποίημα του Τίτου Πατρίκιου

 

Για σκέψου να μην πρόφταινα

κι αυτό το καλοκαίρι

να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό

να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου

να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές

να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις

ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας

να καταλαβαίνω τούς δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν

να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω

να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά

ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου

να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές

ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά

ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους

ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι

λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα

για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά

– άσε να δούμε και για παραπέρα.

Joyce

Η Bloomsday είναι γιορτή και ημέρα μνήμης της ζωής του ιρλανδού συγγραφέα Τζέιμς Τζόις, κατά τη διάρκεια της οποίας ξαναζωντανεύουν τα γεγονότα του μυθιστορήματός του Οδυσσέας, τα οποία εκτυλίσσονται στις 16 Ιουνίου 1904. Γίνεται κάθε χρόνο στις 16 Ιουνίου στο Δουβλίνο και αλλού.

Ο Τζόις επέλεξε τη συγκεκριμένη ημερομηνία, καθώς ήταν η ημερομηνία της πρώτης του εκδρομής με τη σύζυγό του, Νόρα Μπάρνακλ. Περπατούσαν στο δουβλινέζικό προάστιο του Ρίνγκσεντ, όπου η Νόρα τον αυνάνισε*.

Το όνομα προέρχεται από τον Λέοπολντ Μπλουμ (Leopold Bloom), πρωταγωνιστή του Οδυσσέα.

Η αγγλική σύνθετη λέξη Bloomsday χρησιμοποιείται συνήθως και στα Ιρλανδικά, αν και σε ορισμένες δημοσιεύσεις αποκαλείται Lá Bloom.

Ο «Οδυσσέας» αφηγείται τις περιπλανητικές συναντήσεις του Λέοπολντ Μπλουμ  στο Δουβλίνο κατά τη διάρκεια μιας συνηθισμένης ημέρας, της 16ης Ιουνίου 1904. Ο πρωτότυπος τίτλος Ulysses αποτελεί εκλατινισμό του ονόματος του Οδυσσέα, του ήρωα της Οδύσσειας, του επικού ποιήματος του Ομήρου και το μυθιστόρημα θέτει μια σειρά από παραλληλισμούς ανάμεσα στο ποίημα και το μυθιστόρημα, με δομικές αντιστοιχίες μεταξύ των χαρακτήρων και των εμπειριών του Λέοπολντ Μπλουμ και του Οδυσσέα, της Μόλι Μπλουμ και της Πηνελόπης, και του Στίβεν Δαίδαλου και του Τηλέμαχου αντίστοιχα.

Επιπρόσθετα, χρησιμοποιεί γεγονότα και θεματολογία του μοντερνισμού, του Δουβλίνου και της σχέση της Ιρλανδίας με την Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα. Το μυθιστόρημα μιμείται γραφές αιώνων της αγγλικής λογοτεχνίας και κάνει, έντονα, νύξεις σε άλλα έργα.

Είναι ένα «ογκώδες» μυθιστόρημα (περίπου 265.000 λέξεων) και διαιρείται σε δεκαοχτώ επεισόδια.

katsimixa

 

"Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα, αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τ' αγγίξεις", ποίημα της Λένας Παππά που το μελοποίησαν οι Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας στο δίσκο «Της αγάπης μαχαιριά», που κυκλοφόρησε το 1994

 

Μες στο κλειστό δωμάτιο μπορείς να βρεις
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς
κι ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό

Όλα είναι εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες στο κλειστό δωμάτιο, όλα και τίποτα
αγάλματα θεών λησμονημένων και της Ελένης το πουκάμισο
όλα είναι εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες

Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή
τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως
το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους
το ψύχος το δριμύ των χωρισμών

 

 

skotinianoixi

 

ποίημα του Διονύση Καρατζά

 

Φέτος η άνοιξη ήλθε νύχτα
σιωπηλή και μοιρασμένη σε ξένους
περαστικούς ανέμους,
καθώς το ‘λεγαν ανήσυχα
τα ασαφή φεγγάρια του χειμώνα.
Έτσι τα λόγια μας ματαιωμένα
αφόρμισαν στο σώμα μας
και πια καινούργια περιμένουμε εποχή
από τη θάλασσα κι από τα μάτια σου
κι απ’ τον στερνό μου μύθο.

ganas

 

ποίημα του Μιχάλη Γκανά. Το αφηγείται ο Χάρης Κατσιμίχας με μουσική υπόκρουση το παραδοσιακό Ηπειρώτικο τραγούδι "πήγαινα το δρόμο, δρόμο". Για τους υπηρέτες του οποιουδήποτε καθήκοντος. Για τους πατεράδες μας. Αυτή η δεύτερη πατρίδα, όσο και να την περιφρονώ, πάντα θα βρίσκει τρόπο να μου θυμίζει πως υπάρχει μέσα μου. Μόνο αυτός ο τόπος έβγαλε τόση πονεμένη μουσική

 

Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια
Κάποιος περπάτησε μόνος
Δεν ξέρω πόσα λασπωμένα χιλιόμετρα
Κάποιος περπάτησε μόνος

Νύχτα και συννεφιά, χωρίς άστρα
Πήγαινε το δρόμο δρόμο

Ξημερώματα, μπήκε στα Γιάννενα
Στο πρώτο χάνι έφαγε και κοιμήθηκε τρία μερόνυχτα
Ξύπνησε απ’ το χιόνι που έπεφτε μαλακά
Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα
Και άκουγε τα κλαρίνα
Πότε θαμπά και πότε δίπλα του
Πότε θαμπά
Και πότε δίπλα του
Όπως τα ‘φερνε ο άνεμος

 

diafanakrina

 

τoυ ποιητή Κλέανδρου  Καρθαίου (1878-1955). Μελοποιήθηκε από τα «Διάφανα Κρίνα», ίσως το κατεξοχήν ποιητικό ελληνικό συγκρότημα  

 

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
Πεταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ' άφταστα θα ζητούμε;
Βάλτε να πιούμε

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει
Τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι
Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;
Βάλτε να πιούμε

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει
Ελάτε οι ταξιδιάρηδες να πιούμε συναγμένοι
Στο περιγιάλι το φαιδρό ας γλεντοτραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε

Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει
κι όποιος στ' αγκάθια περπατά μια μέρα δεν θ' αφήσει
τ' αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε
Βάλτε να πιούμε

Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει
πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει
σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε
Βάλτε να πιούμε

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα
Καπνοί 'ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα
καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε

Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη
μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη
μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε

Βάλτε να πιούμε

 

elyths

 

Σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου 1996, φεύγει από τη ζωή ο Οδυσσέας Ελύτης. Ως εκ τούτου, είναι διπλά επίκαιρο το παρακάτω απόσπασμα του μεγάλου ποιητή

Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός.

Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνουν το παλικάρι. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν.

Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα».