Του Μιχάλη Μπούργου (*)

 

Δύο νέες διεθνείς έρευνες, από αξιόπιστες πηγές,  από το ΚΟΙΝΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας της Αυστραλίας, έρχονται να

συμφωνήσουν μεταξύ τους και να μας θυμίσουν ένα μεγάλο κίνδυνο, μία καινούρια σημαντική κρίση, την οποία θα βιώσουμε τα επόμενα χρόνια. Μόνο που η κρίση αυτή, την οποία θα αναγκαστούμε να βιώσουμε επίσης με σφοδρότητα, θα είναι αυτή τη φορά περιβαλλοντική και θα αφορά την έλλειψη του νερού!

Την είδηση την έβγαλε το ΑΠΕ-ΜΠΕ, αλλά μάλλον δεν έτυχε της αναμενόμενης διάδοσης στα ελληνικά media και κοινωνικά δίκτυα, «πνιγμένη» ίσως στην τρέχουσα επικαιρότητα των εκλογικών σεναρίων και των εξελίξεων των reality shows.

Άδικα όμως, καθώς στη δυσοίωνη αυτή προοπτική, η χώρα μας φαίνεται να βρίσκεται ξανά στο «μάτι του κυκλώνα», μαζί με τις άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Κύπρο) και την Τουρκία. Η ιδιαίτερα ανησυχητική αυτή είδηση, μας θυμίζει πιεστικά ότι οφείλουμε να σχεδιάζουμε με ιδιαίτερη προσοχή, επαρκή τεκμηρίωση, διεπιστημονικότητα και σοβαρότητα, τις στρατηγικές που αφορούν ή σχετίζονται με τους υδάτινους πόρους και τις παρεμβάσεις σε ευαίσθητες περιοχές, όπως ρέματα, ποτάμια, λίμνες, υπόγεια ύδατα, υδροηλεκτρικά έργα, γεωργική και αστική χρήση, οικοσυστήματα κ.α.

Αλλά ας δούμε με μεγαλύτερη προσοχή τα συμπεράσματα των δύο ερευνών, ξεκινώντας από την «εγγύτερη», του JRC. Η έρευνα αυτή αξιολογεί τις μελλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, των αλλαγών στις χρήσεις γης και των συνηθειών στην κατανάλωση του νερού και αποδεικνύει το εξής παράδοξο: ενώ αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά οι πλημμύρες, ταυτόχρονα θα επιδεινώνεται η λειψυδρία, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Τη βασική ευθύνη για την αρνητική αυτή εξέλιξη την αποδίδει στην κλιματική αλλαγή (κατά 80-90%!) και δευτερευόντως σε άλλους παράγοντες, όπως οι χρήσεις της γης και του νερού (10-20%).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι βασική αιτία για την κλιματική αλλαγή –επομένως και του ζητήματος της διαφαινόμενης λειψυδρίας- δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη δραστηριότητα, που με τη σειρά της διασυνδέεται άρρηκτα με το κυρίαρχο μοντέλο του στρατηγικού σχεδιασμού και την προσέγγιση των κρίσιμων αυτών φυσικών πόρων με όρους «αγοράς» και όχι «κοινών αγαθών», όπως θα οφείλαμε!

Μαύρα τα μαντάτα για τον Ευρωπαϊκό νότο, με σημαντικές μειώσεις στην αναπλήρωση του υδροφόρου ορίζοντα ιδιαίτερα σε Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία. Μάλιστα για τη χώρα μας η σχετική πρόβλεψη κάνει λόγο για ετήσιες απώλειες της τάξης των 810 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού, γεγονός που σημαίνει και λιγότερο διαθέσιμο νερό για άρδευση γεωργικών καλλιεργειών, άρα και μειωμένη διαθεσιμότητα τροφίμων.

Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη ξηρασία στις χώρες αυτές, τις μεσογειακές, όπως η Ελλάδα, θα οδηγήσει σε ολοένα μεγαλύτερη έλλειψη νερού και σε μειωμένα υδάτινα αποθέματα για τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια. Άρα, εκτός από τη γεωργία και τα τρόφιμα, θα επηρεασθούν αρνητικά επίσης οι τομείς της παραγωγής ενέργειας και των μεταφορών. Και το ντόμινο δεν έχει τέλος …

Οι επιστήμονες προχώρησαν σε εκτιμήσεις, σε βάθος 30 ετών, με βάση δύο διαφορετικά σενάρια:

  1. το «αισιόδοξο σενάριο»: να επιτευχθεί ο στόχος της Συμφωνίας των Παρισίων το 2015 για άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας μέχρι 2 βαθμούς Κελσίου και
  2. το «απαισιόδοξο σενάριο»: η άνοδος της θερμοκρασίας να ξεπεράσει τους 2 βαθμούς, φτάνοντας πιθανόν και τους 4

Στο Σενάριο Ι, οι συνέπειες αναμένονται λιγότερο σοβαρές, ωστόσο και δεν αποφεύγονται ούτε οι περισσότερες πλημμύρες, ούτε η μεγαλύτερη λειψυδρία. Οι κάτοικοι από τις Μεσογειακές Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα επηρεαστούν από την έλλειψη του νερού, μέχρι το τέλος του αιώνα μας αναμένεται να αυξηθούν στα 104 εκατομμύρια, από 85 εκατομμύρια σήμερα. Στην Ελλάδα αναμένεται μια ετήσια μείωση της τάξης του 2% στην εισροή υδάτων στα υδροηλεκτρικά εργοστάσια.

Στην Ελλάδα και την Κύπρο, στο «αισιόδοξο» πάντα σενάριο, προβλέπεται η μεγαλύτερη πίεση στη διαθεσιμότητα του νερού, καθώς αναμένεται μια αύξηση περίπου κατά 100% στην αναλογία ζήτησης νερού προς τη διαθεσιμότητά του (water demand-availability ratio-WEI). Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες αυτές θα έχουν την μεγαλύτερη ανισορροπία ζήτησης  - προσφοράς νερού στην Ευρώπη.

Να σημειωθεί ότι είναι αντίθετη η πρόβλεψη για τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες φαίνεται ότι θα έχουν στο μέλλον μεγαλύτερα αποθέματα νερού κάθε χρόνο, αλλά και περισσότερες πλημμύρες σε σχέση με τις χώρες του νότου.

Πολύ πιο δυσοίωνη η πρόβλεψη στο «απαισιόδοξο σενάριο» …

Η έρευνα προτείνει την άμεση λήψη σοβαρών προληπτικών μέτρων, ιδιαίτερα στη Νότια Ευρώπη. Ανάμεσά τους, προτείνει την καλύτερη διαχείριση του νερού για άρδευση ώστε να περιοριστεί η σπατάλη του, τη φύτευση περισσότερων καλλιεργειών ανθεκτικών στην ξηρασία, την αύξηση του τιμολογίου για αγροτική και βιομηχανική χρήση του νερού, την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ψύξης στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής για να καταναλώνουν λιγότερο νερό, κ.α.

Τα μέτρα αυτά φοβόμαστε ότι δεν θα είναι αποτελεσματικά. Δεν  χτυπούν το πρόβλημα στη ρίζα του, αλλά λειτουργούν μάλλον σαν ασπιρίνη περιορίζοντας για λίγο τις αρνητικές τάσεις. Ιδιαίτερα η αύξηση των τιμολογίων πιθανότερο είναι να φέρει αρνητικά αποτελέσματα, οδηγώντας σε παιχνίδια κερδοσκοπίας και αισχροκέρδειας γύρω από το νερά, όπως μας διδάσκει η μέχρι σήμερα εμπειρία από αντίστοιχες πρακτικές. Η ουσιαστική και έγκαιρη αντιμετώπιση αυτής της νέας «κρίσης», απαιτεί καινοτομικές στρατηγικές και ριζοσπαστικές επιλογές, με αλλαγή των στοχεύσεων και των προτεραιοτήτων του συνολικού σχεδιασμού που αφορά τους υδάτινους πόρους. Τα ύδατα είναι πεπερασμένοι πόροι, οφείλουμε να τους χρησιμοποιούμε σαν «κοινό αγαθό» που έχουμε την υποχρέωση να προστατέψουμε και όχι ως «προϊόν» που διαπραγματεύεται με όρους «αγοράς» και «χρηματιστηρίου»!

Τη δεύτερη διεθνή έρευνα, του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας της Αυστραλίας, συντονίζει ο καθηγητής Ασίς Σάρμα και τα αποτελέσματά της δημοσιεύθηκαν σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά, όπως τα Nature Geoscience, Geophysical Research Letters, Scientific Reports, Water Resources Research. Και με αυτή την ερευνητική διαδικασία επιβεβαιώνεται το ίδιο παράδοξο: ενώ η κλιματική αλλαγή δημιουργεί εντονότερες βροχοπτώσεις και πλημμύρες, τα αποθέματα νερού συρρικνώνονται,. Υπεύθυνη η άνοδος της θερμοκρασίας, που οδηγεί σε μεγαλύτερη ξηρασία του εδάφους, ιδιαίτερα σε ήδη ξηρές περιοχές.

Πρόκειται για την πιο εκτεταμένη παγκόσμια ανάλυση για τις βροχές και τις ροές των ποταμών μέχρι σήμερα. Συνυπολογίζει στοιχεία από χιλιάδες Σταθμούς Παρατήρησης, σε 160 χώρες. Όπως δήλωσε ο Σάρμα, «αυτό που δεν περιμέναμε είναι ότι, παρά τις έξτρα βροχές παντού στον κόσμο, τα μεγάλα ποτάμια σταδιακά στερεύουν. Λιγότερο νερό στα ποτάμια μας σημαίνει λιγότερο νερό στις πόλεις και στα αγροκτήματα. Και πιο ξηρό έδαφος σημαίνει πως οι αγρότες θα χρειάζονται περισσότερο νερό για να μεγαλώσουν τις ίδιες καλλιέργειες. Είναι τρομερά ανησυχητικό ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει παντού στον κόσμο».

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, να επισημάνουμε ότι οι επιστημονικές μετρήσεις έδειξαν ότι για κάθε 100 σταγόνες βροχής που πέφτουν στη γη, μόνο οι 36 μετατρέπονται στο λεγόμενο «μπλε νερό», δηλαδή εισέρχονται στις λίμνες, στα ποτάμια και στον υδροφόρο ορίζοντα, συνεπώς μπορούν να αξιοποιηθούν για τις ανθρώπινες ανάγκες. Επομένως, τα δύο τρίτα της βροχής γίνονται «πράσινο νερό», δηλαδή κατακρατούνται σαν υγρασία από το έδαφος. Όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία του πλανήτη, τότε εξατμίζεται περισσότερο νερό από το έδαφος, μέσα από την απορρόφηση μεγαλύτερης ποσότητας βροχής, ώστε τελικά να απομένει διαρκώς και λιγότερο «μπλε νερό» για ανθρώπινη χρήση.

«Το πρόβλημα είναι διπλό», τόνισε ο Σάρμα. «Από τη μία ολοένα λιγότερο νερό καταλήγει εκεί όπου μπορούμε να το αποθηκεύσουμε για κατοπινή χρήση. Από την άλλη, οι βροχές γίνονται πιο έντονες, κατακλύζοντας τα συστήματα απορροής στις πόλεις και οδηγώντας σε συχνότερες και πιο έντονες πλημμύρες σε αστικές περιοχές».

Οι αυστραλοί ερευνητές προτείνουν νέες πολιτικές για το νερό, όπως λιγότερο εντατική χρήση του στη γεωργία, αλλά και υποδομές για την αποθήκευση του νερού των αστικών πλημμυρών, ώστε να μη πηγαίνει χαμένο. Θετικές πρακτικές μας έρχονται από το Τόκιο. Η πόλη αυτή, που πλημμύριζε παλαιότερα κάθε χρόνο, καινοτομεί πλέον στον τομέα αυτό, καθώς έχει δημιουργήσει μια μεγάλη υπόγεια δεξαμενή, όπου συσσωρεύονται τα νερά των πλημμυρών και αργότερα αξιοποιούνται. Αποτέλεσμα: σήμερα η Ιαπωνική πρωτεύουσα δεν πλήττεται από πλημμυρικά φαινόμενα, ενώ παράλληλα έχει περισσότερο διαθέσιμο νερό!

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι η διαφαινόμενη λειψυδρία είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα και είναι επιτακτική η ανάγκη για άμεσο σχεδιασμό και υλοποίηση στρατηγικών που θα το αντιμετωπίσουν, προτού δημιουργήσει οξείες κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές διαστρεβλώσεις. Δεν είναι ένα ζήτημα τεχνικού χαρακτήρα, που προκρίνει λύσεις διαχείρισης των υδάτινων πόρων στη σημερινή λογική. Είναι ένα σύνθετο πρόβλημα, συνολικότερου σχεδιασμού. Θα πρέπει να προσδιοριστούν νέοι άξονες, πλαίσια και στοχεύσεις στρατηγικής, που θα εγγυώνται και θα εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά των πόρων, με  κυρίαρχη επιλογή την προσέγγισή τους μέσω των αναγκών και των προτεραιοτήτων των τόπων και των κοινωνιών, με τα εργαλεία και τη μεθοδολογία των «κοινών».

 (*) Ο Μιχάλης Μπούργος είναι Σύμβουλος Μηχανικός Στρατηγικού Σχεδιασμού και Υποψήφιος Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.