CoverPhoto

"Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές", Διονύσιος Σολωμός

 

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, ο εφοπλιστής και μέλος της οικονομικής, μηντιακής και πολιτικής ελίτ, Βαγγέλης Μαρινάκης έκανε τα αποκαλυπτήρια της προτομής του προγόνου του εκ μητρός, Αλέξανδρου Υψηλάντη, στην πλατεία Κολωνακίου, την πλατεία Φιλικής Εταιρείας, όπως είναι το ακριβές της όνομα. Με την κίνηση αυτή, ο εφοπλιστής Μαρινάκης επανατοποθέτησε τον ανιόντα συγγενή του στην τάξη, από την οποία ο ίδιος ο Αλέξανδρος, είχε επιλέξει να αποστατήσει στις 11/4/1820, δεχόμενος την πρόταση τους Εμ. Ξάνθου και θέτοντας εαυτόν επικεφαλής μίας εικασίας, ενός φαντάσματος. Ο Β. Μαρινάκης τον επανένταξε στην αριστοκρατική τάξη, αφού πήρε τη θέση του εξοβελισμένου Ξάνθου, του απλού εμπόρου, του ανθρώπου που τον μύησε στην Φιλική Εταιρεία, η προτομή του οποίου, είχε ήδη αφαιρεθεί για άγνωστο λόγο, από την πλατεία.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ένας αριστοκράτης, διακεκριμένος στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, υποστράτηγος του ρωσικού στρατού και μέλος της αυτοκρατορικής ακολουθίας στο Συνέδριο της Βιέννης, συγκατανεύει στην πρόταση ενός εμπόρου από την Πάτμο και αναλαμβάνει τη θέση του «αρχηγού της Επανάστασης». Μίας εξέγερσης αυτών, που ήδη με το συνέδριο της Βιέννης, στο οποίο είχε και ο ίδιος λάβει μέρος, έπρεπε να μείνουν υποτελείς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να μη διαταράξουν την «παγκόσμια ειρήνη», που είχε επιβάλλει το συνέδριο και τα μέλη του. Δηλαδή οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Ποια ενέργεια θα χαρακτήριζε ακριβέστερα κάποιον ως ταξικό αποστάτη, παρά αυτή η –εντελώς μετέωρη- ενέργεια αμφισβήτησης της καθεστηκυίας τάξης, από ένα κορυφαίο μέλος της παγκόσμιας (τότε) ελίτ;

Ένας ταξικός αποστάτης, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Παραφράζοντας λίγο τη φράση του Κωστή Παπαγιώργη [1] για τους φιλικούς, τον θεωρούμε έναν πρίγκηπα με σεσημασμένες αρετές, που όμως ιεραρχούσε τη φιλογένεια του πάνω από την τάξη του και τελικά υπάκουσε σ’ αυτήν.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, όπως περιλαμβάνεται στον ιστότοπο του Υψηλάντειου Σωματείου, ήταν το δεύτερο παιδί (από τα οχτώ) του τελευταίου από τους Υψηλάντες, ηγεμόνα της Μολδαβίας και Βλαχίας, μεγάλου Δραγουμάνου, Κωνσταντίνου Υψηλάντη.

 

 

ipsilantis family tree GR page 0001

Σχέδιο Οικογενειακού δέντρου Υψηλαντών

 

Η οικογένεια βρέθηκε στη Ρωσία, ως πρόσφυγες. Εγκαταστάθηκε στο Κίεβο. Ο Αλέξανδρος έλαβε μόρφωση υψηλού επιπέδου και κατά τη διάρκεια των σπουδών του συνδέθηκε με τον τσάρο Αλέξανδρο Α’.

Στις μέρες μας φτάνει μία παραίνεση που λέγεται πως έδωσε ο πατέρας Κωνσταντίνος στον γιο του Αλέξανδρο, όταν τον πήγε στην Πετρούπολη για να τελειοποιήσει τις σπουδές του. Όταν τον άφηνε στη ρωσική πρωτεύουσα – τον έβλεπε για τελευταία φορά - του είπε

– Παιδί μου, ποτέ μη ξεχάσεις πως οι Έλληνες μόνο από τα χέρια τους πρέπει να περιμένουν την ελευθερία τους»

Αληθινή ή όχι η παραπάνω ιστορία, ταιριάζει με τη στάση που κράτησε ο Αλέξανδρος στο θέμα της Επανάστασης, είτε αυτή ήταν λαϊκή εξέγερση κατά των καταπιεστών, (Οθωμανοί και οι συνεργάτες τους) είτε ήταν εθνική αμιγώς, επανάσταση. Είτε το όραμα ήταν παμβαλκανικό είτε είχε μικρότερο γεωγραφικό εντοπισμό.

Στο στρατό του τσάρου

Το 1810 κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου (ανθυπολοχαγός του Ιππικού) στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ της Ρωσίας. Απέκτησε διακρίσεις στους Ναπολεόντειους πολέμους, του 6ου συνασπισμού, δηλαδή τους πολέμους των τριών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών εναντίον της Γαλλίας του Ναπολέοντα και των συμμάχων της. Στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813 με το Γρηγοριανό ημερολόγιο), ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έχασε το δεξί του χέρι σε ηλικία 21 ετών.

 

Απρίλιος του 1820 - Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης Γενικός Έφορος της Φιλικής Εταιρείας

Στις 12 Απριλίου 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναλαμβάνει, κατά κάποιο τρόπο την «ηγεσία» της Φιλικής Εταιρείας. Ο τίτλος του είναι Γενικός Έφορος της Ελληνικής [δηλαδή της Φιλικής] Εταιρείας. Τον μύησε ο Εμμανουήλ Ξάνθος. Αυτό τουλάχιστον γνωρίζουμε, όπως μας παραδίδεται από τον Ιωάννη Μάνο, ξάδελφο του Αλ. Υψηλάντη. Η έκφραση «κατά κάποιο τρόπο» χρησιμοποιείται για να αποδώσει το ότι ο ίδιος ο Υψηλάντης δεν δήλωσε ποτέ αρχηγός (όπως τον θέλουν διάφορες αφηγήσεις) αλλά Γενικός Επίτροπος και επιπλέον αναφέρεται στην «Ανώτατη Αρχή», όπως οι υπόλοιποι Φιλικοί και με τρόπο που σηματοδοτεί πως η Αρχή δεν είναι ο ίδιος.

Ο Εμ. Ξάνθος αρχικά είχε ζητήσει τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη, που ήταν υπάλληλος παρά τον Καποδίστρια, για να τον προσεγγίσει και να του ζητήσει να αναλάβει ως γενικός Έφορος της Φ.Ε., ο κατοπινός πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Ο Καποδίστριας αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε και από τους πρωτεργάτες του Συνεδρίου της Βιέννης, αλλά και από εκείνους (όπως και ο Κοραής) που πίστευαν πως ο ξεσηκωμός απαιτούσε πρώτα συνειδητοποίηση της νεωτερικότητας των καιρών, από έναν πιο προετοιμασμένο λαό.

Μετά την άρνηση του Καποδίστρια να αναλάβει Γενικός Επίτροπος της Φιλικής Εταιρείας, ο Εμμανουήλ Ξάνθος προσέτρεξε στον ξάδελφο των Υψηλαντών Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Σε αντίθεση με την απογοήτευση που του δημιούργησε ο Καποδίστριας, ο Υψηλάντης με την αποδοχή της πρότασης, του πρόσφερε μία τεράστια χαρά. Μάλιστα λέγεται πως μεταξύ τους διημείφθη ο ακόλουθος διάλογος

- Υψηλάντης.: «Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».

- Ξάνθος: «Δος μοι Πρίγκηψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε».

Και η Ιστορία άρχισε να γράφεται [2]

Η σύνδεση με τον Ξάνθο είχε και μία τεκτονική πλευρά, η οποία είναι πολύ πιθανό να έπαιξε ρόλο στην τελική του απόφαση. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε το συνθηματικό όνομα Καλός και τα στοιχεία [3] για την αλληλογραφία του. Έχοντας την πρόθεση και διαθέτοντας πνεύμα συνεργασίας με τα υπόλοιπα μέλη της Εταιρείας απέδειξε τις οργανωτικές του ικανότητες επί τω έργω.

 

Στόχος, η επανάσταση, εδώ και τώρα.

Στους κύκλους του νεοελληνικού Διαφωτισμού, αλλά και στους οραματιστές ενός ξεσηκωμού, με ή χωρίς εθνικό πρόσημο, επικρατούσαν δύο απόψεις για την χρονική του τοποθέτηση.

Η μία ήταν η θέση των λογίων και όσων δεν πιέζονταν από την ανάγκη επιβίωσης (ή απλά διαβίωσης). Ήταν η θέση του Κοραή, του Καποδίστρια, η θέση που εξέφραζαν και σοβαροί και ειλικρινείς φιλέλληνες (Stanhope), πως χρειαζόταν δηλαδή η πρότερη καλλιέργεια του λαού, η μόρφωση του και η εμπέδωση των «κανόνων» υπό τους οποίους πρέπει να λειτουργήσει η Ελευθερία που οραματίζεται. Έθεταν ως προϋπόθεση μία ωρίμανση του λαού, έναν καθαρμό από τις συνήθειες που είχαν επικρατήσει υπό την Οθωμανική Κατοχή.

Η άλλη θέση ήταν αυτή που απέρρεε από την ανάγκη της αποτίναξης της καταπίεσης, της εξαθλίωσης στην οποία καθημερινά οδηγούσαν τον λαό οι καταπιεστές του. Κοτζαμπάσηδες και Οθωμανοί. Με αυτή τη σειρά εντέλει. Ήταν η θέση που εν πολλοίς έσπερνε ο Ρήγας στον τόπο και το εξωτερικό, μέχρι το θάνατο του, το 1798. Ήταν η θέση που και η πλειονότητα των Φιλικών, άνθρωποι της μεσαίας ή της κατώτερης τάξης, είχαν λάβει. Άλλωστε ήταν αυτοί που βίωναν την καταπίεση και τα αποτελέσματά της στο πετσί τους. Ήταν τελικά και η θέση του Αλέξανδρου Υψηλάντη, οποίος με την οργανωτική του δεινότητα, προώθησε.

 

Οι πρώτοι στόχοι

Με τη συνεργασία του Υψηλάντη, η Φιλική Εταιρεία θα «ανεβάσει τον πήχυ», όπως θα λέγαμε σήμερα. Το σχέδιο προέβλεπε έμμεση έναρξη Επανάστασης στην Πελοπόννησο, ταυτόχρονα υποκίνηση και ανάφλεξη λαϊκής εξέγερσης στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα στη θάλασσα σχεδιαζόταν πυρπόληση του τουρκικού στόλου.

Σημαντικός στόχος ήταν και η εξέγερση - υπό ελληνική επίβλεψη - στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, συμμαχία με τους Σέρβους και τους Ρουμάνους του Βλαδιμηρέσκου. Το παμβαλκανικό απελευθερωτικό όραμα ενέπνεε τους πάντες.

 

Το παμβαλκανικό όραμα.

Ο αρχηγός της Επανάστασης (ορθότερα ο «Γενικός Έφορος της Φιλικής Εταιρείας», όπως είχε οριστεί από τους ίδιους τους Φιλικούς, αλλά άγνωστο παραμένει αν το ήξεραν και άλλοι) περνάει με μια ομάδα, το πολύ δεκαμελή, τον Προύθο και κατευθύνεται προς το Ιάσιο. Ο Προύθος είναι το ποτάμι που χωρίζει την (τότε) Ρωσική Βεσσαραβία από τη Ρωσοτουρκική Μολδαβία και σήμερα χωρίζει τη Μολδαβία από τη Ρουμανία, σε μήκος 680 περίπου χιλιομέτρων. Ο Υψηλάντης αλλάζει τον τόπο έναρξης των επιχειρήσεων, χωρίς πειστική εξήγηση.

 

DiavasiProuthouLathosHeri Part

 

Αλλού λέει ότι αναγκάστηκε να δράσει γρήγορα και σε διαφορετικό από τα σχεδιαζόμενα, τόπο, πιεζόμενος από τις Επαναστάσεις της Ιταλίας. Αλλού ισχυρίζεται πως έδρασε έτσι για να προλάβει τις επιπτώσεις από την αποκάλυψη του μυστικού σχεδίου.

Από τα δεδομένα φαίνεται πως υπήρξε προσχεδιασμός ενός διπλού πολιτικοστρατιωτικού χτυπήματος. Ενός «αντιπερισπασμού» που επιβεβαιώθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων απόλυτα. Από το 1817 η Εταιρεία έκανε υπερπροσπάθεια στρατολόγησης μελών στις ηγεμονίες Μολδαβίας και Βλαχίας. Επρόκειτο για Βλάχους, Βούλγαρους, Μολδαβούς, Σέρβους, Έλληνες, Αρβανίτες. Έντονη η παρουσία της παραίνεσης του Ρήγα (Θούριος)

«Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,

Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,

Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,

πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί

Σαφές το παμβαλκανικό όραμα της απελευθέρωσης από τον Οθωμανικό ζυγό και χωρίς να επεκταθούμε και σε άλλους στίχους του Θούριου (Σουλιώτες και Μανιάτες…., Μαυροβούνιοι καπλάνια,… Ανδρείοι Μακεδόνες…..).

Σίγουρα ο Υψηλάντης είχε κατά νου την Ελευθερία των Χριστιανών, ή την εκδίωξη των Οθωμανών. Δεν ξεκίνησε την πορεία του για να ενεργήσει αποκλειστικά στην Πελοπόννησο.

Η ελληνική επίσημη Ιστοριογραφία απουσιάζει από τα γεγονότα. Ο Παπαρρηγόπουλος συγκαλύπτει (ή τουλάχιστον αδιαφορεί γι’ αυτήν) την ιστορία προκειμένου να αποφύγει τη σύνδεση Φιλικής Εταιρείας – Ρωσίας – Αλή πασά. Κάποιοι μεμονωμένοι συνδέουν τον Αλή πασά με μια αόριστη ελληνική λαϊκή εταιρεία και πέραν αυτού, ουδέν.

 

Ο Υψηλάντης και ο Αλή πασάς. Κοινές εκτιμήσεις

Ήδη από το 1807 (Συνθήκη Τιλσίτ) οι δύο αυτοκράτορες, Ναπολέων Α΄ και Αλέξανδρος Α΄, προχώρησαν σε (μυστική τότε) συμφωνία, να βοηθήσει ο ένας τον άλλον στις επιδιώξεις τους. Η μεν Γαλλία τη Ρωσία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη διανομή της χερσονήσου του Αίμου, η δε Ρωσία τη Γαλλία στον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αλή πασάς, συνεργάτης των Γάλλων, (αφού ήταν εχθρός των Άγγλων ταυτόχρονα) ήταν σαφώς εναντίον της Επανάστασης. Μετά από 14 χρόνια (το 1821) τα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο Υψηλάντης (και βέβαια οι Φιλικοί) το ήξεραν και φρόντισαν να μην επαναλάβουν σφάλματα που έγιναν στο παρελθόν. Αφού ο Αλή πασάς δεν είχε «δεσμεύσεις» από κάποιον που να είναι αντίθετος στην Επανάσταση και από την άλλη έτρεφε ελπίδες (όπως και ο Υψηλάντης) για την έναρξη Ρωσο-τουρκικού πολέμου, καλοέβλεπε μία ευκαιρία που θα του έδινε η εξέγερση, που εκτιμούσε πως θα γινόταν. Ο πόλεμος αυτός, όντως έγινε, αλλά 7 χρόνια μετά.

Αναφέρεται πως ο Υψηλάντης είχε προγραμματίσει την ανάφλεξη της επανάστασης για τις 25/3/1821 στην Πελοπόννησο, αλλά αυτό δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από τα γεγονότα και τα ντοκουμέντα [4] Αντίθετα, η επανάσταση ξέσπασε τον Φεβρουάριο (24/2), στο Ιάσιο της Ρουμανίας.

 

Οι παραδουνάβιες ηγεμονίες. Το επαναστατικό εργαστήριο

Λόγω του καθεστώτος αυτονομίας στις ηγεμονίες της Μολδαβίας και της Βλαχίας υπό την εγγύηση της Ρωσίας, απαγορευόταν η παραμονή του Τουρκικού στρατού. Επιπλέον, από το 1709 οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες. Οι παραδουνάβιες ηγεμονίες έμοιαζαν ιδανικός τόπος για την ανάφλεξη της Επανάστασης. Της Επανάστασης όπως την όριζε ο πρίγκηπας και οι Φιλικοί. Της εξέγερσης – αντιπερισπασμού που θα καλοέβλεπε ο Αλή πασάς της Ηπείρου ή οι Σέρβοι επαναστάτες ή οι Ρουμάνοι του Βλαδιμηρέσκου. Στο πρόσφορο επαναστατικά έδαφος των ηγεμονιών συγκεντρώθηκε η κρίσιμη μάζα του υποκειμένου της εξέγερσης. Εκεί πάλι, ξεκίνησε και η αποδόμηση του, εκεί άρχισαν οι διαφοροποιήσεις, οι αλλαγές στοχοθεσίας, η απομάκρυνση των μέχρι πρότινος προσηλωμένων στην Επανάσταση, από το όνειρο και τον μεγάλο στόχο. Το πεδίο της διπλωματίας και της μάχης, ήταν οι ηγεμονίες

Στους μήνες που ακολούθησαν και μέχρι τη δραματική μάχη του Δραγατσανίου στις 7/6/1821, ο στρατός του Υψηλάντη, φτιαγμένος από εθελοντές, ονειροπόλους της Ανεξαρτησίας από την Οθωμανική αυτοκρατορία, απαριθμούσε συνολικά 5.000 πεζούς και 2.500 ιππείς. Μαζί και 4 κανόνια.

 

Kentra Epanastasis

 

Μέχρι τα μέσα του Μαρτίου του 1821, ο Υψηλάντης συγκρότησε τον Ιερό Λόχο από 500 σπουδαστές, περίπου. Λίγο πριν τη συγκρότηση του Ιερού Λόχου στις 4 Μαρτίου, Έλληνες ναυτικοί κυρίευσαν και εξόπλισαν 15 πλοία, ενώ στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης ύψωσε τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο. Οι οπλαρχηγοί και Φιλικοί, που συμπαρατάχθηκαν με τον Υψηλάντη και πολέμησαν μαζί του, ήταν ο Γεωργάκης Ολύμπιος και ο Ιωάννης Φαρμάκης.

Ο στρατός του Υψηλάντη καταστράφηκε στη Μάχη του Δραγατσανίου τον Ιούνιο του 1821 και υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα. Οι λόγοι της αποτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη αξιόμαχων δυνάμεων, στην άρνηση (θα δούμε παρακάτω σχετικά) του ηγέτη των Βλάχων Θεόδωρου Βλαδιμηρέσκου να τον συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά και στον αφορισμό του Υψηλάντη από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', μετά από πιέσεις της Υψηλής Πύλης για σφαγές των Χριστιανών σε αντίποινα.

Ας αφήσουμε για λίγο όμως, την περίληψη των γεγονότων της επανάστασης στη Βλαχία και των επαναστατικών ενεργειών του Πρίγκηπα και των συνοδοιπόρων του, για να δούμε τι κόσμος ήταν αυτός που είχε μαζευτεί στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, λόγω και του ειδικού καθεστώτος που ίσχυε εκεί και ας γνωρίσουμε μεγάλες μορφές που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα που – όσον αφορά την Ελλάδα - οδήγησαν τελικά στη μετατόπιση του κέντρου βάρους της εξέγερσης, στην Πελοπόννησο και την πυροδότηση του ελληνικού ’21.

Η εξέγερση στις ηγεμονίες ήταν μία χρυσή ευκαιρία για την ένωση και αποτελεσματική κοινή αντίδραση των λαών των Βαλκανίων απέναντι στον Οθωμανικό δεσποτισμό, αλλά από τη μία οι λαομίσητες θέσεις που είχαν Βογιάροι και Φαναριώτες ηγεμόνες σε σχέση με τον λαό και από την άλλη η καχυποψία μεταξύ των εθνοτήτων που κατοικούσαν εκεί, λειτούργησαν τελικά διασπαστικά. Αν αυτή η άσχημη συγκυρία προστεθεί και στη δράση των μυστικών υπηρεσιών των μεγάλων αυτοκρατοριών, οι οποίες ήθελαν να στηρίξουν πάση θυσία τα συμπεφωνημένα του Συνεδρίου της Βιέννης, γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί το όραμα της μεγάλης Επανάστασης θα αποτύγχανε στη γέννηση του.

 

Ο Τούντορ (Θεόδωρος) Βλαδιμηρέσκου

Γεννημένος στην Δυτική Βλαχία και μεγαλωμένος από τα 12 του χρόνια στην αυλή του βογιάρου Γκλογκοβεάνου, έλαβε πλούσια μόρφωση. Διδάχθηκε ρητορική, γραμματική και ελληνικά. Έγινε διαχειριστής της περιουσίας του βογιάρου και το 1806 ονομάστηκε vătaf (αρχηγός των τοπικών πολιτοφυλακών) στο Κλοσάνι. Η εμπειρία του Tούντορ ως υπάλληλου τον εξοικείωσε με τα έθιμα, τις συνήθειες και τους στόχους των γαιοκτημόνων. Αυτή η επίγνωση τον έκανε λέναν αυτοδίδακτο σχεδόν, διπλωμάτη ικανό να ελίσσεται ανάμεσα στα συγκρουόμενα συμφέροντα των βογιάρων και των αγροτών, ειδικά τους πρώτους μήνες της εξέγερσης ενάντια στους Φαναριώτες. Ενώ ήταν ηγέτης ενός κυρίως αγροτικού κινήματος, ο Βλαδιμηρέσκου, έκανε ότι μπορούσε για να μην ανταγωνιστεί την ελίτ, τιμωρώντας οποιαδήποτε καταστροφή ιδιοκτησίας.

 

ipsilantis03

 Ο Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου

 

Στο ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1806-1812, ο Θεόδωρος κατατάσσεται στον ρώσικο στρατό, όπου λαμβάνει τιμητική διάκριση (παράσημο 3ου βαθμού του Τάγματος του Αγίου Βλαδίμηρου από το οποίο πήρε και το επώνυμο του). Μαζί έλαβε και ρωσική προστασία και ασυλία από δίωξη, σύμφωνα τόσο με τη Βλαχική όσο και την Οθωμανική νομοθεσία. Από το 1812 ως το 1821 ο Βλαδιμηρέσκου δημιούργησε σταδιακά μια βάση οπαδών του. Οι Πανδούροι (πολιτοφυλακή) σέβονταν τις στρατιωτικές ικανότητές του και πολλές πηγές επισημαίνουν το χαρισματικό του χαρακτήρα και τις εξαιρετικές διαπραγματευτικές ικανότητές του.

Οι Πανδούροι του Βλαδιμηρέσκου διαδραμάτισαν εξαιρετικά σπουδαίο ρόλο στις αρχές του 1821 και μετά το θάνατο του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας, Αλ. Σούτσου. Με το σχηματισμό επιτροπής για την πρόληψη και καταστολή των ανταγωνισμών για την ηγεσία της ηγεμονίας, οι Πανδούροι ήρθαν σε συμφωνία μαζί της, προλαβαίνοντας τις εξελίξεις όπως τις σχεδίαζαν Φαναριώτες και άλλα μέλη της ηγετικής ελίτ. Προέκριναν ως υπασπιστή του Βλαδιμηρέσκου το Δημήτριο Μακεντόνσκι.

 

Ο Βλαδιμηρέσκου και η Φιλική Εταιρεία

Μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τον θάνατο του ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας και τον ορισμό του Δ. Μακεντόνσκι ως υπασπιστή του Βλαδιμηρέσκου, από τους Πανδούρους και την επιτροπή διοίκησης, ο Θεόδωρος προχωράει σε κινήσεις για να κερδίσει χρόνο από τους Οθωμανούς, οι οποίοι δεν είχαν αντιδράσει ακόμα στα γεγονότα. Ενώ στέλνει επιστολή στον Μαχμούτ τον Β΄ για να τον ενημερώσει πως «στόχος του δεν ήταν η απόρριψη της οθωμανικής κυριαρχίας, αλλά εκείνης του καθεστώτος των Φαναριώτων» και δείχνοντας την προθυμία του για διατήρηση των παραδοσιακών θεσμών, παράλληλα βρίσκεται σε επαφή με την Φιλική Εταιρεία και πιο συγκεκριμένα με τους οπλαρχηγούς της Γ. Ολύμπιο και Ι. Φαρμάκη. Η κοινή τους υπόθεση, η Επανάσταση, συζητιόταν ήδη από το 1819 και μετά τον Ιανουάριο του 1821, οι οπλαρχηγοί γνωρίζοντας και την ένταξη του Αλ. Υψηλάντη, μετά τις επαφές του Ξάνθου, διαβεβαίωναν τον Βλαδιμηρέσκου για την υποστήριξη του αντιοθωμανικού μετώπου και από τη Ρωσία.

Αφού εξόπλισε τα μοναστήρια της δυτικής Βλαχίας (Ολτενία) για να τα έχει ως οχυρά σε περίπτωση οθωμανικής επέμβασης, ο Θεόδωρος αρχίζει την πορεία του, κατά τη διάρκεια της οποίας ο στρατός του αρχίζει και μεγαλώνει. Εκδίδει δύο διακηρύξεις - ειδικά η πρώτη διαπνεόταν πλήρως από τις αρχές του Διαφωτισμού - και στις 21/3/1821 καταλαμβάνει το Βουκουρέστι. Εν τω μεταξύ, ήδη ο Υψηλάντης έχει προχωρήσει στις δικές του διακηρύξεις, η Ρωσία έχει εκφραστεί κατά της Ελληνικής Επανάστασης και οι Έλληνες στρέφονται προς το Βουκουρέστι, το οποίο έχει καταλάβει ο Βλαδιμηρέσκου. Η χώρα βρίσκεται έτσι με δύο διοικήσεις (ελληνική και βλάχικη)

 

EpanastatikiProkiryxi

Η Επαναστατική Προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη

 

Η συνάντηση μεταξύ Υψηλάντη και Tούντορ έφερε ένα νέο συμβιβασμό. Ο Τούντορ θεωρούσε τον εαυτό του αποδεσμευμένο από τις διατάξεις της συμφωνίας του Ιανουαρίου, καθώς η Ρωσία ήταν τώρα εχθρός της Eταιρείας. Ο Υψηλάντης προσπάθησε να τον πείσει ότι η ρωσική υποστήριξη ήταν ακόμα δυνατή. Η χώρα χωρίστηκε σε μια Ελληνική διοίκηση και μια Βλαχική, με τον Τούντορ να δηλώνει ουδέτερος απέναντι σε μεγάλες οθωμανικές στρατιές που προετοιμάζονταν να διασχίσουν το βόρειο τμήμα του Δούναβη. Είχε στείλει και εκείνες τις επιστολές στον Μαχμούτ Β΄ που τον διαβεβαίωνε πως δεν στρεφόταν κατά της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Η ρωσική απειλή παρέμβασης στη Βλαχία προκάλεσε την οθωμανική παρέμβαση. Όταν τα τουρκικά στρατεύματα μπήκαν στη Βλαχία, ο Βλαδιμηρέσκου ήρθε σε επαφή με τους Τούρκους που του ζήτησαν απτά δείγματα της νομιμοφροσύνης του, τα κεφάλια του Υψηλάντη και του Γεωργάκη Ολύμπιου ή την απομόνωση τους στη Βλαχία. Στη δεύτερη περίπτωση έπρεπε να αποκλειστεί η υποχώρηση του Υψηλάντη και ο Βλαδιμηρέσκου με το σώμα του πήγε για τον σκοπό αυτό στο Πιτέστι της Ρουμανίας. Ο Ολύμπιος τον κάλεσε τότε να συναντηθούν και τελικά τον μετέπεισε. Επειδή όμως πολλές δολοφονίες οπλαρχηγών παρέμειναν ανεξήγητες και είχαν προκαλέσει μεγάλη αγανάκτηση, πολλοί θεώρησαν ότι ήταν έργο του Βλαδιμηρέσκου.

Ο στρατός του Τούντορ υποχώρησε προς την δυτική Βλαχία το Μάιο, καθώς οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Βουκουρέστι χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Ο Βλαδιμηρέσκου δεν ήταν πλέον σε θέση να διατηρήσει την πειθαρχία και τη συνοχή των δικών του στρατιωτών.

Σε μια προσπάθεια διασφάλισης της πειθαρχίας επέβαλε τον απαγχονισμό όσων κρίθηκαν ένοχοι. Στο μεταξύ τα μέλη της Φιλικής Eταιρείας, υπό την ηγεσία του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, ανέπτυξαν ένα σχέδιο για να απομακρύνουν τον Τούντορ. Ο Ολύμπιος με λίγους δικούς του ιππείς και πεζούς έφτασε στο στρατόπεδο το Μάιο του 1821 όπου ρώτησε τους συνεργάτες του αν θέλουν τέτοιον αρχηγό. Οι περισσότεροι φώναξαν πως δεν τον θέλουν. Ο Βλαδιμηρέσκου ζήτησε τότε να οδηγηθεί στον Υψηλάντη στον οποίον και απολογήθηκε, επιρρίπτοντας τις ευθύνες του σε άλλους. Ο Υψηλάντης τον παρέδωσε στους Καραβία, Ορφανό και Καραβελλόπουλο στις 21 Μαΐου. Τη νύχτα της 27ης προς την 28η Μαΐου, μετά από κατηγορίες για συνεργασία με τους Οθωμανούς εναντίον της Φιλικής Eταιρείας, βασανίστηκε και εκτελέσθηκε από την Eταιρεία στο Τιργκόβιστε και το ακρωτηριασμένο σώμα του ρίχτηκε σε ένα βόθρο.

Ο Βλαδιμηρέσκου, εθνικός ήρωας των Ρουμάνων, έπεσε νεκρός από τους Έλληνες, τους ομοεθνείς των μισητών, Φαναριωτών ηγεμόνων. Η κοινή υπόθεση της αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού είχε στραβοπατήσει άσχημα και ο λαός της ηγεμονίας δύσκολα θα έβλεπε με καλό μάτι το όραμα της παμβαλκανικής επανάστασης, ειδικά όταν ως σύμμαχοί του προτείνονταν οι δολοφόνοι του εθνικού τους ήρωα, Θεοδώρου Βλαδιμηρέσκου.

Νεότερες έρευνες απέδειξαν ότι τα τεκμήρια που έφτασαν στα χέρια του Υψηλάντη και στην ουσία καταδίκασαν τον Βλαδιμηρέσκου, ήταν πλαστά, προϊόν συκοφαντικών επιδιώξεων των αυστριακών αρχών. Οι αυστριακές υπηρεσίες φαίνεται πως είχαν ταχθεί στο πλευρό των συμφωνιών της Βιέννης αρχικά και στο πνεύμα της καταδίκης αποσχιστικών τάσεων στο εσωτερικό των μεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής.

Μετά τη δολοφονία του Βλαδιμηρέσκου ένα μέρος του στρατιωτικού σώματος ενώθηκε με τους άνδρες του Υψηλάντη και του Ολύμπιου, ενώ οι άλλοι άνδρες του σώματος σκόρπισαν. Ο μεγάλος στρατός εθελοντών που θα έβαζε φωτιά στις ηγεμονίες και θα προωθούσε τη γενικευμένη επανάσταση, δεν υπήρχε πια. Η έκβαση της μάχης του Δραγατσανίου έμοιαζε να προδιαγράφεται, πριν καν μπει ο Ιούνιος του 1821.

 

Σκοτώνοντας έναν νεκρό. Η Οθωμανική επέμβαση στη Μολοδοβλαχία

Βάσει μίας σειράς συνθηκών (εμπορικών και πολεμικών) όπως εκείνη του Κάρλοβιτς (1699), του Πασάροβιτς (1718) και του Κουτσιούκ Καϊναρτζή (1774) και ακόμα πιο προσφάτων, όπως οι συμφωνίες του Τιλσίτ, οι ηγεμονίες είχαν ένα καθεστώς ημιαυτονομίας και επιπλέον απαγορευόταν η παρουσία Οθωμανικού στρατού.

Η γέννηση και ανάπτυξη αυτονομιστικών κινημάτων στις ηγεμονίες, κατά παράβαση των συμπεφωνημένων για την «Ευρωπαϊκή Ειρήνη» στο συνέδριο της Βιέννης, εξανάγκασαν λίγο ως πολύ τη Ρωσία να συγκατατεθεί για την επέμβαση Οθωμανικού στρατού στις ηγεμονίες «για την αποκατάσταση της τάξης». Έτσι, στις 30 Απριλίου 1821 πραγματοποιήθηκε, είσοδος των Οθωμανικών στρατευμάτων στη Μολδοβλαχία. Με αρχιστράτηγο το βαλή της Σιλιστρίας Σελίμ Μεχμέτ, οι Οθωμανοί πέρασαν τα σύνορα από την περιοχή της Βράιλας και η πρώτη μεγάλη σύγκρουση έγινε την 1 Μαΐου 1821 στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, στο οποίο η ελληνική σημαία είχε υψωθεί στις 21 Φεβρουαρίου 1821 από τον οπλαρχηγό του Υψηλάντη, Βασίλειο Καραβία. Οι Τούρκοι ανακατέλαβαν το Γαλάτσι με μεγάλες απώλειες αμάχων.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαΐου 1821, έλαβαν χώρα διάφορες συγκρούσεις, μικρές και μεγάλες, του τουρκικού στρατού με τους Έλληνες. Οι συγκρούσεις αυτές δεν έφεραν κάποιο καλό αποτέλεσμα για τις δυνάμεις του Υψηλάντη. Οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στο Ρίμνικο, που απείχε 8 ώρες από το Δραγατσάνι, ενώ οι Τούρκοι, που η δύναμη τους ανερχόταν στους 2.600 άντρες, κατέλαβαν τα μοναστήρια Σερμπανεστίου, Σταντσεστίου, Στραζεστίου και Μαμούλ, κλείνοντας την είσοδο της κοιλάδας των Καρπαθίων.

 

ipsilantis02

 

Συγχρόνως, 800 Τούρκοι μετακινήθηκαν στο Δραγατσάνι. Τελικά ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Τούρκους στη πεδιάδα του Δραγατσανίου με όλο του το στρατό, που αποτελούσαν 5.000 πεζοί, 2.500 ιππείς και 4 κανόνια. Η ήττα ήταν συντριπτική για την αληθινά «Διεθνή Ταξιαρχία» εθελοντών του Υψηλάντη. Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι, η ήδη νεκρή επανάσταση στη Μολδοβλαχία είχε αποκτήσει και τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου της. Οι εθελοντές λιποτάχτησαν και ο στρατός του Υψηλάντη διαλύθηκε. Ο Υψηλάντης κατέφυγε στο Ρίμνικο, όπου στις 20 Ιουνίου 1821 συνέταξε την τελευταία διαταγή του, με την οποία στιγμάτισε την προδοσία του πολιτικού και στρατιωτικού του επιτελείου και εξήρε την αυτοθυσία του Ιερού Λόχου:

Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων και του Ιερού Λόχου, όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα δια την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχτήτε δι’ εμού τας ευχαριστήσεις των ομογενών σας! Ολίγος καιρός και στήλη θα ανεγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας. Με χαρακτήρες φλογερούς είνε εγκεχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου, τα ονόματα εκείνων όσοι μέχρι τέλους μ’ έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτό της ψυχής μου .

Η μάχη αποτέλεσε και το τέλος της Φιλικής Εταιρίας. Ο Τσακάλωφ κατέβηκε στη Ρούμελη προκειμένου να βοηθήσει την επανάσταση που είχε λίγο πριν ξεσπάσει. Ο Υψηλάντης συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Αυστρία όπου κατέφυγε με τα εναπομείναντα στρατεύματα, ενώ ο Γεωργάκης Ολύμπιος ανατινάχτηκε μαζί με τους άντρες του και δυνάμεις του εχθρού στη μονή Σέκου της Μολδαβίας, όπου είχε αποκλειστεί από τα Οθωμανικά στρατεύματα.

Η μάχη στο Δραγατσάνι ήταν το αποτέλεσμα μίας ελπιδοφόρου επαναστατικής ιδέας, η οποία δεν εκτίμησε τα πράγματα με πολιτικά κριτήρια και απέδειξε πως ο ενθουσιασμός για την Ελευθερία που έμοιαζε να έρχεται, είχε προλάβει να εξαφανίσει την βασική και μόνη όπως απεδείχθη, προϋπόθεση επιτυχίας της Επανάστασης στις ηγεμονίες. Τη συνοχή των υπόδουλων στους Οθωμανούς λαών και την κοινή τους δράση. Αν την ελευθερία δεν την ήθελε ο κάθε λαός για τον εαυτό του, σίγουρα την ήθελε ο κάθε ένας οπλαρχηγός, αριστοκράτης ή όχι, για τον εαυτό του και τους δικούς του. Από κοντά και οι ρομαντικοί της εποχής, οι οποίοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως η πολιτική είναι πολύ δύσκολο παιχνίδι για να παίζει ο καθένας μόνος του.

 

 

Το τέλος του Υψηλάντη

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης βρέθηκε στις Αυστριακές φυλακές όπου κρατήθηκε μέχρι τον Νοέμβριο του 1827 (24/11). Παρά το ότι οργανώθηκαν δύο απόπειρες για την απόδραση του, εκείνος δεν απέδρασε. Ο Υψηλάντης, το θύμα της Ρωσοαυστριακής συμπαιγνίας παρέμεινε φυλακισμένος στα κάτεργα του Μούνκατς της Ουγγαρίας για έξι χρόνια. Από την αποφυλάκιση του, τον Νοέμβριο του 1827 μέχρι τον θάνατο του, τον Φεβρουάριο του 1828 (19/1/1828 με το Ιουλιακό ημερολόγιο), έζησε μόνο 2 μήνες. Στο πανδοχείο «Χρυσό Αχλάδι» στην σημερινή Landstrasse (Haupststrasse no. 31) της Βιέννης, ο πρίγκιπας θα περάσει τις τελευταίες εβδομάδες της σύντομης ζωής του.

Το τελευταίο πρωινό της ζωής του, στις 19 Ιανουαρίου 1828, όταν ο υπασπιστής και φίλος του, Λασσάνης τον επισκέφτηκε, κρατώντας στο χέρι του το φύλλο του Österreichischer Beobachter (Αυστριακού Παρατηρητή), στην ερώτηση του Υψηλάντη αν είχε καμία είδηση για την Ελλάδα, του διάβασε:

«Ο κυβερνήτης της Ελλάδας Καποδίστριας έφτασε στη Μελίτη, εκείθεν Αγγλική φρεγάτα παραλαβούσα αυτόν μεταφέρειν στην Ελλάδαν», στις 8 Ιανουαρίου 1828.

Στις 19 Ιανουαρίου 1828 εξομολογήθηκε, είπε το Πάτερ ημών, το Πιστεύω και έκανε το σταυρό του. Ύστερα ψιθύρισε «Θέλω να κοιμηθώ».

Σήμερα η καρδιά του Αλέξανδρου Υψηλάντη, του πρίγκηπα, βρίσκεται σε προθήκη στον Ιερό Ναό των Παμμεγιστών Ταξιαρχών στην Αθήνα, στην Στησιχόρου, πίσω από το προεδρικό μέγαρο και δίπλα η καρδιά του αδερφού του Γιώργου.

 

Παραπομπές

(1)   Κωστής Παπαγιώργης, Εμ. Ξάνθος ο Φιλικός. Για τους Φιλικούς: «Άτομα χωρίς σεσημασμένες αρετές - που απλώς υπακούουν στη φωνή της φιλογενείας τους»

(2)  Μία επιστολή της 12/4/1820 του Φιλικού Ι. Μάνου που προαναφέραμε, συγγενούς του Υψηλάντη, που ήταν και υπάλληλος της Αγγλικής πρεσβείας, επιβεβαιώνει το γεγονός και τον διάλογο

(3)  ΑΡ, κατά την «κωδικοποίηση των Φιλικών, δηλαδή 16ος στη σειρά μύησης στη Φ.Ε.

Βασίζεται στις αναφορές του Finlay και του Τρικούπη, καθώς και σε μία αργία την 25η Μαρτίου  της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας. Οι πρωτοχρονιάτικοι εορτασμοί της Επανάστασης, όμως που ακολούθησαν μέχρι τα χρόνια του Όθωνα, δημιουργούνξ καλλιεργούν σοβαρές αμφιβολίες