14 Delacroix Hios

Η Σφαγή της Χίου - Πίνακας του Ντελακρουά

 

«Τούρκος μη μείνει στο Μοριά / μηδέ στον κόσμο όλο»

δημοτικό τραγούδι εποχής

 

Το 1828 ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας ρωτήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, για τον πληθυσμό των Τούρκων που κατοικούσαν στην Πελοπόννησο, πριν το 1821 και τον πληθυσμό τους μετά (με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους). Ο Καποδίστριας έδωσε δύο νούμερα, από την απογραφή της Γαλλικής αποστολής: 42.750 και  0 (μηδέν) Η επίσημη αυτή ψυχρή δημογραφική αναφορά, έκρυβε μέσα της τη σκοτεινή πλευρά του ’21, την εξόντωση δηλαδή από πλευράς εξεγερμένων, του συνόλου του μουσουλμανικού άμαχου πληθυσμού, που στην πραγματικότητα ήταν 15.138 οικογένειες ή 63.813 άτομα.

 

Apografi1828

Η απογραφή της Γαλλικής αποστολής (1821-28)

 

Η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση δεν είναι ένα ειδεχθές έγκλημα που έκανε πάντα η μία πλευρά, στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας, το 1821. Δεν ήταν μόνο το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 21, ούτε ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Δεν ήταν μόνο η σφαγή της Χίου στο τέλος του Μάρτη του 1822, ούτε η άλωση της Νάουσας, στις 15 του Απρίλη του 22. Ούτε σταμάτησαν οι σφαγές των Οθωμανών στο ολοκαύτωμα της Κάσου στις 7/6/1824, ούτε και στο αντίστοιχο ολοκαύτωμα των Ψαρών, δύο εβδομάδες μετά στις 21/6/1824. Στο Μεσολόγγι στις 10 και 11/4/1826, η έξοδος των απελπισμένων πνίγηκε στο αίμα αθώων και αμάχων, πεινασμένων και απελπισμένων. Και βέβαια δεν θα επεκταθούμε και στην επιδρομή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, από το 1825 μέχρι το 1828, στην οποία κατέσφαξε τον πληθυσμό και την ερήμωσε.

 

antonis oikonomou 02

Ο Αντώνης Οικονόμου ανακηρύσσει την ελευθερία της Ύδρας. Πίνακας του Peter von Hess (Μουσείο Μονάχου)

 

«Κι αν η επίσημη ιστορία τον αγνόησε ή δεν τον τίμησε στην πρεπούμενη θέση από αιτίες γνωστές κι’ ανομολόγητες, ο Αντώνης Οικονόμου στέκει καμαρωτός κι’ ωραίος στο πελώριο βάθρο του, κι αν είχε λαλιά θα μας φώναζε και σήμερα ακόμη το δικό μας χρέος»

Έτσι καταλήγει στην παρουσίαση της προσωπικότητας του αγωνιστή Αντώνη Οικονόμου ο συγγραφέας Γιώργης Λαμπρινός, μέσα από το έργο του «Μορφές του Εικοσιένα». Σε αυτή τη σειρά ιστορικών μονογραφιών, ο συγγραφέας παρουσιάζει έντεκα πρόσωπα λαϊκών αγωνιστών που «ήρθαν, πέρασαν κ’ έφυγαν, σιωπηλοί και μαρτυρικοί, ταπεινοί και ξεχασμένοι, αφού έκαναν πρώτα το μεγάλο τους χρέος στο λαό της πατρίδας τους. Είναι οι αληθινοί δουλευτάδες του ξεσηκωμού και της λευτεριάς…»

Η πρώτη έκδοση της σειράς έγινε το Νοέμβριο του 1941 στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα. Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις, με πιο πρόσφατη αυτήν του 2002 από τις εκδόσεις Καστανιώτη με πρωτοβουλία του γιού του, Φώτη Λαμπρινού.

«Έπεσε», γράφει ο Λαμπρινός, «απ’ τα βόλια Ελλήνων την ώρα που η φωνή του αγωνιζόμενου Έθνους τον καλούσε να πάρει τη θέση του στη μάχη. Δεν έπεσε στη μάχη με τον εθνικό εχθρό, μα στάθηκε το μεγάλο θύμα του εσωτερικού πολέμου». Η τραγική ειρωνεία είναι πως το ίδιο τραγικό τέλος με τον Οικονόμου θα είχε, λίγα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του, και ο Γιώργης Λαμπρινός. Και αυτός από βόλια Ελλήνων

Ο Αντώνης Οικονόμου δολοφονήθηκε το Δεκέμβριο του 1821 από ειδικό απόσπασμα που έστειλε για το σκοπό αυτό ο κοτζάμπασης της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο) Ανδρέας Λόντος καθώς ο Οικονόμου κατευθυνόταν για να μιλήσει στην πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Από την άλλη μεριά, ο Γιώργης Λαμπρινός, ο συγγραφέας που ύμνησε τον Αντώνη Οικονόμου και βρέθηκε στα βουνά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ως ανταποκριτής της εφημερίδας του Δημοκρατικού Στρατού, συνελήφθη τον Ιούλιο του 1949 και εκτελέστηκε από απόσπασμα του αμερικανοκίνητου «Εθνικού» Στρατού. Δύο παράλληλες τραγικές ιστορίες που αποδεικνύουν περίτρανα το επίπλαστο της επίκλησης της εθνικής ενότητας, που γίνεται μόνο όταν και όποτε βολεύει τους κυρίαρχους

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, προσπαθώντας να αναδείξουμε την τεράστια συμβολή του Αντώνη Οικονόμου στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί, ο Αντώνης Οικονόμου είναι ο άνθρωπος που σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στην Ύδρα, κόντρα στη θέληση των προκρίτων και των καραβοκύρηδων, και που έθεσε στη διάθεση της Επανάστασης το μεγάλο στόλο του νησιού. Και αν κάποιος απορεί γιατί ο αγωνιστής αυτός αγνοήθηκε τόσο από την επίσημη ιστοριογραφία όσο και από τα σχολικά βιβλία, είναι γιατί ο Αντώνης Οικονόμου ενσάρκωνε μια άλλη διάσταση του ξεσηκωμού. Μια διάσταση που η εθνική μας ιστοριογραφία, καθοριζόμενη από τους νικητές κοτζαμπάσηδες δολοφόνους του, θέλησε επιμελώς να αποκρύψει

 

exofyllo.Vostitsa

Η συγκέντρωση στη Βοστίτσα (26-30/1/1821)

 

Μόνο οι πέτρες και οι φανατικοί της τηλεοπτικής ενημέρωσης απέμειναν να πιστεύουν πως στις 25 Μαρτίου του 1821, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός, σήκωσε επαναστατικό λάβαρο και όρκισε οπλοφόρους στην Αγία Λαύρα, ανάβοντας το φυτίλι της ελληνικής επανάστασης του 1821. Πλήθος ιστορικών (μεταξύ τους ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και Ι. Φιλήμων), συγγραφέων, αλλά ούτε και ο Π.Π. Γερμανός στα απομνημονεύματα του, δεν αναφέρουν τίποτα περί 25ης Μαρτίου 1821 και μας πληροφορούν έμμεσα και άμεσα, πως την 25η Μαρτίου δεν άναψε το φυτίλι της εξέγερσης.

Για να είμαστε δίκαιοι με εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν πως στις 25 Μαρτίου του 1821, οπλοφόροι μαζεύτηκαν στην Αγία Λαύρα και έδωσαν όρκους κλπ, θα πρέπει να κάνουμε μία σύντομη αναφορά στον μύθο. Στις ρίζες του και στην χρονική τοποθέτηση του εορτασμού της έναρξης της επανάστασης του ’21, η οποία διείσδυσε στον μύθο και έγινε στοιχείο του, χωρίς εκείνος και οι δημιουργοί του να το έχουν ποτέ σκεφτεί.

 agia laura

Ο ξεσηκωμός όπως τον μετέφερε ο μύθος

 

Ο μύθος. Ο τόπος, οι συντελεστές

 

Ο μύθος με την ύψωση του επαναστατικού λαβάρου από τον Π.Π. Γερμανό, τον όρκο των παλληκαριών και όλα τα συναφή, τα οποία βρίσκονται σε αρμονία με το πνεύμα του ρομαντισμού που πνέει στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία της περιόδου, οφείλεται εν μέρει σε αυτή. Στη ρομαντική λογοτεχνία ή σε λογοτεχνικά έργα που την προσεγγίζουν.

0.Kastro Ioanninon Hughes 1820

Το κάστρο των Ιωαννίνων (Hughes 1820)

 

5 Μαΐου του 1821. O επικεφαλής των γουναράδων στα Γιάννενα, γράφει στον Γιαννιώτη άρχοντα και προεστό Σταύρο Ιωάννου:

«Και δια τον ανεψιόν τον δεσπότη τον διάκον, τον έκοψαν εις το Νησί και άλλους Νησιώτες, Eχαλάστηκαν έως δέκα πέντε νομάτοι απάνω εις τον ανακατεμόν και οι απολειφθέντες όλοι εσκλαβώθηκαν, (τόσον οι Νησιώτες ωσάν οι Ιωαννίτες όπου βρίσκονταν εκεί, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι σκλαβώθηκαν όμως, ας είναι πολύχρονος ο υψηλότατος Βεζύρης Ρεσίτ πασιάς επρόσταξεν και τους ξαγοράζει από το χαζινέ του (από το ταμείο του) με γρόσια διακόσια πενήντα τον έναν μέγαν και μικρόν και τους ελευθερώνει, ειδέ από το βιον τους, όλος ο ντουνιάς όπου βρίσκονταν, τόσον Νησιώτες, ωσάν και Ιωαννίτες, μόνον με τα κορμιά τους εβήκαν».

Η αφήγηση του επικεφαλής των γουναράδων είναι μία από τις μαρτυρίες του καιρού, σχετικά με την «εκστρατεία» του Σουλτάνου Μαχμούτ του Δεύτερου (Μαχμούτ Β’), για την κατάπνιξη της εξέγερσης του Αλή πασά.

Ήταν μία από τις εκστρατείες που είχαν ξεκινήσει από χρόνια και από τον καιρό του Σελίμ του Γ’, για την καθυπόταξη των ισχυρών αλλά ανυπάκουων, πασάδων της αυτοκρατορίας. Από τον φίλο του Ρήγα, Οσμάν Πασβάνογλου, ο οποίος υποχρέωσε με τις ικανότητες του και μετά από την αποτυχία της Αυτοκρατορίας να καταλύσει την εξουσία του, το 1798 τον Σουλτάνο να τον αναγνωρίσει ως κυβερνήτη του Βιδινίου (ΒΔ Βουλγαρία/Σερβία) έως τον Καβαλιώτη Μεχμέτ Αλή, πατέρα του Ιμπραήμ και διοικητή της Αιγύπτου. Με τον Μεχμέτ Αλή «καθάρισαν μετά το 1841, με τη βοήθεια των Άγγλων και όταν πέθανε, περίπου το 1849.

 

 

1.Osman Ali cropped

Οσμάν Πασβάνογλου (1758-1807) και Μεχμέτ Αλή (1770-1849)

 

Ανάμεσα στον Πασβάνογλου και τον Μεχμέτ Αλή, στη μέση της πεντηκονταετίας που τους χωρίζει, ο τότε Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ είχε να εκκαθαρίσει την απειλή του Αλή πασά των Γιαννίνων, ο οποίος μετά από 40 χρόνια σχεδόν, κυριαρχίας στην Ήπειρο και την Αλβανία, δυναμωμένος στρατιωτικά και πολιτικά, αποφάσισε στα 80 του να ιδρύσει το δικό του, ανεξάρτητο κράτος.

 

ekklisia02

Ο Μωάμεθ Β' ο Πορθητής διορίζει Οικουμενικό Πατριάρχη τον Γεώργιο Σχολάριο και του παραδίδει το βεράτιο με τα προνόμια που του παραχωρεί

 

«Στις 9 Μαΐου του 1828 ο Καποδίστριας δέχτηκε στην Αίγινα μιαν αντιπροσωπεία από τέσσερις μητροπολίτες, που έφερναν μια επιστολή του Πατριάρχη Αγαθαγγέλου. Η επιστολή αυτή, που είχε ήδη δοθεί στη δημοσιότητα, παρότρυνε τους Έλληνες να πειθαρχήσουν στο νόμιμο ηγεμόνα τους, το Σουλτάνο. Ο Καποδίστριας απάντησε ότι οι Έλληνες, ακλόνητοι στη χριστιανική τους πίστη, προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να υποταγούν και ότι δεν επρόκειτο ποτέ να αναγνωρίσουν μια εκκλησιαστική αρχή εξαρτημένη από τους Τούρκους»

Αυτά γράφει ο Άγγλος ιστορικός Douglas Dakin αποτυπώνοντας το ένα μέρος της πραγματικότητας. Το άλλο μέρος της, αποτυπώνεται από τον, Άγγλο επίσης, περιηγητή George Wheler : «Για την εξαγορά του αξιώματος [σ.σ οι Πατριάρχες] καταβάλλουν τεράστια ποσά. Και για να τα εισπράξουν καταπιέζουν τους φτωχούς χριστιανούς»

Αν, πάλι, ως γνήσιοι απόγονοι των «ανθενωτικών», αυτών δηλαδή που προτίμησαν το τούρκικο σαρίκι από την παπική τιάρα, δεν εμπιστευόμαστε τους «αιρετικούς» της Δύσης, ας ρίξουμε μια ματιά στο απόσπασμα από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, όπως το παραθέτει ο Γιάννης Σκαρίμπας στο έργο του «Το 1821 και η αλήθεια»

«…Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επείχεν απόλυτον εξουσίαν επί των εκκλησιαστικών μοναστηριών και του κλήρου, ηδύνατο να καθαιρή αρχιερείς και ιερείς, να χειροτονή αντ’ αυτών άλλους και να δικάζη αμέσως και εμμέσως τας μεταξύ χριστιανών διαφοράς. Τα εκκλησιαστικά κτήματα ανεγνωρίσθησαν αναφαίρετα και αφορολόγητα, η δε διαχείρισις τούτων αφέθη ελεύθερα εις τον Πατριάρχην και τους υπ’ αυτόν αρχιερείς και λοιπούς ιερωμένους. Πας δε χριστιανός υπεχρεώθη να διαθέτη ωρισμένον μέρος της περιουσίας του υπέρ της Εκκλησίας … Και εδημιούργουν μεν οι Τούρκοι διά της αναγνωρίσεως ενός χριστιανού εθνάρχου, περιβεβλημένου δια τόσον πολλών δίκαιων και προνομίων, κράτος εν τω ιδίω αυτώ κράτει, αλλά τον εθνάρχην προσέβλεπον ως όργανον, το οποίον θα ηδύνατο να εξασφάλιση την δουλικήν υπακοήν των Ελλήνων και των λοιπών από του Οικουμενικού Πατριάρχου πνευματικός εξαρτωμένων χριστιανών»