καλή

του Θεμιστοκλή Λαζαρή

 

Σαν τις αλογόμυγες στης άνοιξης την πλάτη

Τώρα χάσκουν αδειανά

Τα πολυβολεία.

 

Οχυρό: ένα καλά φυλαγμένο μυστικό της Ραφήνας. Ένας δασωμένος λόφος που αγναντεύει την πόλη, την Πεντέλη, τη θάλασσα. Γνωστός στους περισσότερους κατοίκους της περιοχής για τις αθλητικές εγκαταστάσεις και τα σχολεία στην ανατολική πλευρά του. Για λίγους ίσως, κάτι πολύ περισσότερο: ένας ερειπιώνας που θυμίζει μια πονεμένη, όχι και τόσο μακρινή ιστορία αυτού του τόπου: τη Γερμανική Κατοχή.

Αρκετές γενιές παιδιών και νέων γαλουχήθηκαν εξερευνώντας τα μυστικά του, πάντα κάτω από το γοητευτικό φάσμα του άγνωστου κινδύνου, απόλυτα υπαρκτού τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, με διάσπαρτα πυρομαχικά ακόμη ενεργά, κατά βάση μυθικού στην αυγή του 21ου αιώνα. Οι πρώτοι επίδοξοι εξερευνητές έβλεπαν τον χώρο με άλλα μάτια: εκείνοι είχαν ακόμα νωπές τις μνήμες του τί σήμαινε αυτή η θέση, για τρία χρόνια απτό σύμβολο της ξένης κυριαρχίας. Οι επόμενοι κάτι είχαν ακούσει από γονείς, παππούδες ύστερα... Σήμερα πια, το Οχυρό είναι ένα κομμάτι θρύλου, το φιλικό δάσος καλύπτει ξεχασμένο πόνο και ιστορίες ανακατεμένες με τη φαντασία που χαρίζει η απόσταση.

Ναι, για όλους αυτούς τους λόγους η ανάδειξη αυτού του μνημειακού συνόλου της σύγχρονης ιστορίας ήταν για χρόνια στο στόμα πολλών, ως όνειρο ή επιδίωξη. Σήμερα ωστόσο, όταν φαίνεται πως έφτασε πια η ώρα, τα σχέδια που απλώνονται στο χαρτί ξενίζουν αρκετά: πρώτα για την αισθητική, έπειτα για τα μέσα, και πάνω απ’ όλα για την ουσία.

 

Η κίνηση της μετατροπής του Διοικητηρίου σε μουσείο, σωστή και αναμενόμενη, μάς οδηγεί σε μια περιγραφή που, σε γενικές γραμμές, μοιάζει με τη δοκιμή παλιάς συνταγής. Μια τετραμερής έκθεση, που ακολουθεί ως επί το πλείστον τα «κλασικά» και (τι ειρωνεία) «αγαπημένα» πλέον θέματα του Β’ Παγκοσμίου. Κατοχή, Αντίσταση, γερμανικές στολές και αναπαραστάσεις. Κάποιες εξηγήσεις για τη λειτουργία του χώρου, αναφορά στα θύματα του μπλόκου.

Η αξιόλογη πρόταση μοιάζει εντούτοις αρκετά λειψή, ίσως (τι απογοήτευση) ακόμη και προβλέψιμη. Όχι για το τι οραματίζεται, αλλά για το τι δεν οραματίζεται. Η Κατοχή στη Ραφήνα δεν μπορεί βέβαια να εξαντλείται στα μοτίβα και τα γεγονότα τα χωνεμένα, τα γενικά, τα αποσπασματικά. Αυτά που κάνουν τις απανταχού της Ελλάδος εκθέσεις για την περίοδο να μοιάζουν τόσο πολύ και να αλλάζουν μόνο τα ονόματα των νεκρών.

Χρειάζεται κάτι παραπάνω. Οι μικρές ιστορίες της Κατοχής, αυτές που δεν ειπώθηκαν, ή μεταδόθηκαν μόνο από στόμα σε στόμα κι από αυτί σε αυτί, αυτές που ακούγονται κάθε φορά διαφορετικές ανάλογα με τον φορέα της μνήμης, επίσημο ή αληθινό, αυτές που πονάνε, που διχάζουν, που εκθέτουν ανεπανόρθωτα την απλοϊκότητα των καλή τη πίστει διαχρονικών εξιδανικευτών, στρογγυλοποιητών και αγοραπωλών της συλλογικής αυτής περιπέτειας, που τη μετασκεύασαν μέσα στα χρόνια σε εύπεπτο γεύμα της δημόσιας ιστορίας. Της ιστορίας που φθάνει στον κάθε Έλληνα, ίδια και καθολική, σκοτώνοντας εκούσια ή ακούσια την ιστορία την αληθινή και δύσκολη –και αφόρητα γοητευτική.

 

1944

 

Ας μιλήσουμε λοιπόν απλά στη Ραφήνα, άλλωστε αυτό θέλει κι εκείνη από μας. Εντέλει, είναι άκοπο. Μια έκθεση μπορεί να γίνει πραγματικότητα, αλλά με τι όρους; Ας τη φανταστούμε λοιπόν έτοιμη, ανοιχτή στα αχόρταγα ή χορτάτα βλέμματα του κοινού. Μια ήσυχη συμβολή στον τόπο μας. Με την πατητή τσιμεντοκονία να καλύπτει πλέον τα άγρια και γυμνά τσιμέντα –για αισθητικούς, όπως θα μάθουμε, λόγους–, όχι βέβαια παντού, η αυθεντική επιφάνεια θα διακρίνεται στους διαδρόμους, για να πάρει το κοινό μια γεύση φολκλορική της εποχής, πριν αναχωρήσει για να απολαύσει το escape room.

Το escape room μας φέρνει ίσως στον πυρήνα της παρέμβασης. Μιλάμε για το τωρινό υπόγειο καταφύγιο, τον έτερο εκτενή χώρο που έχει διασωθεί. Ο συγκεκριμένος μάλιστα, με αντίθεση με το διοικητήριο, υπήρξε, όσο τον θυμάμαι, ανοικτός, χωρίς τα μπάζα της έκρηξης με την οποία οι Γερμανοί αποπειράθηκαν να εξαφανίσουν τις εγκαταστάσεις τους, με εξαίρεση τη μια σκάλα πρόσβασης. Ο εν λόγω χώρος προβλέπεται να παραχωρηθεί σε ιδιωτική εταιρεία, που θα τον επενδύσει, διακοσμήσει, τροποποιήσει, αξιοποιήσει, διαμορφώσει με έναν απρόβλεπτο τρόπο: escape room με θεματολογία Β’ Παγκοσμίου, κοινώς, εντός πολλών εισαγωγικών, χώρος όπου ομάδα παιδιών/εφήβων επιλύει σειρά γρίφων, έναντι πληρωμής εννοείται. Μια τάση των τελευταίων ετών, νέος επικερδής τύπος επιχείρησης και, όπως μαθαίνουμε, μελλοντικός «πόλος έλξης» για διερχόμενους από την πόλη τουρίστες.

Ας δούμε ανοικτά –και χωρίς ειρωνεία– το υπόβαθρο της πρότασης. Μαζί, η παιδική χαρά, το αναψυκτήριο η έκθεση και το «δωμάτιο δραπέτευσης» στοχεύουν να αποτελέσουν τις δομές ενός «οικογενειακού πάρκου», όπου κάτι θα υπάρχει για τις ορέξεις κάθε ηλικίας. Παράλληλα, προτείνουν μια πηγή εσόδων για τον δήμο. Τι πάει λάθος;

 

DSC 0093

 

Μάλλον, για άλλη μια φορά, η επιφανειακότητα. Το Οχυρό σίγουρα προσφέρεται για οικογενειακή αναψυχή. Είναι ένας μικρός πολύτιμος δασικός πνεύμονας τόσο κοντά στο κέντρο της πόλης. Δεν είναι όμως, και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνει, ένα βουβό, ή έστω ολιγόλογο ντεκόρ. Η ιστορία του είναι αυτή που πρωτίστως πρέπει να το χαρακτηρίζει και τίποτα άλλο. Η χαλάρωση στο πράσινο, η γυμναστική, το παιχνίδι, η ψυχαγωγία έχουν θέση, αλλά δε νοείται να επιβάλλονται επί του πρωταρχικού χαρακτήρα του συνόλου.

Τα δωμάτια διαφυγής, το δίχως άλλο, είναι μια μόδα της εποχής, φιλική σίγουρα, αλλά πρόσκαιρη. Είναι μάλλον αδιανόητο να μεταφέρεται ένα από τα δύο βασικά σημεία ενδιαφέροντας στα χέρια της όποιας εταιρείας, στην αρέσκεια της οποίας μένει να επέμβει σε αυτό, στήνοντας το σκηνικό της και προσελκύοντας κάποια πιτσιρικαρία, μέχρις ότου οι νέες τάσεις θα καταστήσουν το εγχείρημα ντεμοντέ και θα το οδηγήσουν στην παρακμή, αφήνοντας τη Ραφήνα μ’ ένα καταφύγιο μασκαρεμένο, σκηνοθετημένο, ριζικά τροποποιημένο και ξένο σε σημαντικό βαθμό προς την ειδική του ιστορία.

 

DSC 0892

 

Η ζωή καμιά φορά μας φέρνει μπροστά σε εκείνες τις μικρές και μεγάλες αποφάσεις που μας ζητούν να δημιουργήσουμε ένα «κτήμα ες αεί» (πάλι πέσαμε σε κλισέ). Να αφήσουμε πίσω μας κάτι που θα θυμίζει τη μνήμη που βρήκαμε να μας περιμένει όταν ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο και θα την κληρονομεί σε όσους εμείς θα αφήσουμε πίσω μας. Αυτή η βαθιά ιστορικότητα σπάνια γίνεται αντιληπτή από τον άνθρωπο, που παίρνει συνήθως τις επιλογές εκείνες που θα συμφέρουν για 5 ή 10 χρόνια, εντέλει μετά ποιος ζει, ποιος πεθαίνει. Δεν είναι καιροί αυτοί για ποιότητα. Κανείς δεν έχει τον χρόνο για κάτι τέτοιο.

Ή μήπως όχι; Είναι τόσο δύσκολο να πετύχουμε τη διαφορά; Ας έρθουμε στην περίπτωσή μας. Το κτίριο του Καταφυγίου σίγουρα μπορεί να δει κι άλλους, εξίσου φιλικούς προς τη νεολαία και τους τουρίστες, χειρισμούς. Γιατί όχι ένας πρότυπος χώρος εκπαιδευτικών προγραμμάτων που θα προσελκύσουν σχολεία όλων των βαθμίδων, ή και μια οπτικοακουστική διαδρομή-περιήγηση με προβολείς, ή, -η απλότητα μετράει- και με ξεναγό εντέλει. Κρατώντας τη γνησιότητα.

Μέγα και ασυνήθιστο παράδειγμα ανάδειξης τέτοιου συνόλου: Τούνελ Ψυχρού Πολέμου, Αργυρόκαστρο, Αλβανία. Πιο μεγάλο σε έκταση, αλλά παρόμοιο σε δομή με το δικό μας Οχυρό: σειρά υπόγειων καταφυγίων που το καθεστώς Χότζα κατασκεύασε κάτω από το κάστρο της πόλης, για την περίπτωση πυρηνικού πολέμου. Μέθοδος ανάδειξης: το αλβανικό Υπουργείο Πολιτισμού άφησε όλο τον χώρο άθικτο, με τα αντικείμενα στις ακριβείς τους θέσεις και την αίσθηση εγκατάλειψης να κυριαρχεί. Διόρισε αρκετούς ξεναγούς οι οποίοι, έναντι ενός σημαντικού εισιτηρίου, σε ξεναγούν στο εσωτερικό, με φακό και υποτυπώδη φωτισμό, ενώ σε ταξιδεύουν με τα λόγια τους στην εποχή που βλέπεις ακίνητη μπροστά σου. Ανάλογη αξιοποίηση έχει γίνει στο Σαράγιεβο, σε Τούνελ Μνήμης του γιουγκοσλαβικού Εμφυλίου. Η απήχηση και στις δύο περιπτώσεις τεράστια, τα κέρδη σημαντικά, το κόστος ελάχιστο.

 

Αλβανία

Υπόγειο καταφύγιο στην Αλβανία

 

Συμπέρασμα: Το Οχυρό είναι ήδη ένα μοναδικό σύνολο. Η ανάδειξη αυτού του ίδιου, κι όχι μιας εγκατάστασης αφορμώμενης από αυτό, μπορεί να είναι ταυτόχρονα φιλική προς την ιστορία, προς τους κατοίκους ως ένα γοητευτικό πάρκο, και πηγή εσόδων από εκπαιδευτικά προγράμματα και τουρισμό. Ο τουρίστας σιγά σιγά βαριέται το ψεύτικο: παραείναι συχνό. Είναι το αληθινό και το ανυπότακτο εκείνα που τον συναρπάζουν. Μια σωστή ανάδειξη μπορεί να κάνει τη διαφορά: δεν είναι θέμα χρημάτων, όμως φέρνει χρήματα, σε δήμο και κοινωνία.

Τέλος, οφείλει να επισημανθεί μια καίρια πτυχή του ζητήματος: Η Ιστορία της Κατοχής στη Ραφήνα δεν είναι μόνο το Οχυρό, βασικά γιατί είναι από τσιμέντο και σίδερο, και δε μπορεί να μιλήσει. Η Ιστορία είναι πάνω από όλα οι άνθρωποι που την έζησαν, που τη διηγήθηκαν, που τη θυμούνται. Ελάχιστοι την κατέγραψαν, για λόγους που δεν είναι της παρούσης. Οι περισσότεροι την πήραν μαζί τους στο επέκεινα, κι οι τελευταίοι που ήταν τότε παιδιά ή νήπια, κι έχουν νωπές τις αφηγήσεις, βρίσκονται στις τελευταίες επάλξεις του βίου. Καμιά ανάδειξη δεν θα έχει νόημα αν δεν συνοδευτεί από μια ταυτόχρονη προσπάθεια συλλογής προφορικών μαρτυριών, διαμεσολαβημένων έστω από το βαρύ πέπλο του χρόνου, όσο είναι καιρός. Μια προσπάθεια που θα εμπλέξει την τοπική κοινότητα σε όλα της τα επίπεδα, απ’ τα σχολεία ως τον καθένα μας.

 

DSC 0279

 

Ή θα δραπετεύσουμε ξανά απ’ το παρελθόν;

Υπάρχουν στη Ραφήνα μέρη κρυφά και μαγεμένα, για όποιον ξέρει να βλέπει. Σε κάποιο υπόγειο, ένας άνθρωπος είδε μια μέρα κάνοντας ανακαίνιση στους τοίχους σβάστικες κάτω απ’ τον σοβά: ήταν ένα απ’ τα σπίτια τα επιταγμένα τότε απ’ τους ναζί αξιωματούχους. Στο πολυβολείο στις Μαρίκες, χρόνια τώρα η θάλασσα του χειμώνα προσπαθεί να εξαφανίσει τα χαράγματα κάποιου Ιταλού στρατιώτη με τα στοιχεία της μονάδας του –κι όμως είναι ακόμα εκεί να μας θυμίζουν τις χαμένες ιστορίες ανθρώπων που δεν γύρισαν ίσως πίσω. Στο διοικητήριο του Οχυρού, ένα παιδί του ’50 σκάλισε κάποτε πρόχειρα στον τοίχο, ένα τανκ που γκρεμίζει μια ελληνική σημαία και δίπλα μια καρικατούρα Γερμανού, που φαίνεται θυμωμένος και κακός. Το παιδί άφησε έτσι τη δική του οπτική για τα γεγονότα που έζησε.

 

ινσψριπτιον

 

καλή 100

 

Νομίζω πως είναι στον διάδρομο. Ελπίζω εκεί να μη μπει πατητή τσιμεντοκονία. Δεν μπορώ όμως να ξέρω τίποτα στο κάτω κάτω.

 

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί

Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία;

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

Μανόλης Αναγνωστάκης