rafailidis02

 

Πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς, πεθαίνει ο μεγάλος διανοητής της Αριστεράς, Βασίλης Ραφαηλίδης. Εν τω μεταξύ, σε ένα μήνα αναμένεται να ολοκληρωθεί η δίκη της Χρυσής Αυγής και όλοι περιμένουν την ετυμηγορία του δικαστηρίου, η οποία είναι σίγουρο πως – όποια και αν είναι – θα στείλει ένα μήνυμα στους ομοϊδεάτες του Ρουπακιά, του Λαγού, του Κασιδιάρη και του Μιχαλολιάκου. Είτε να βάλουν την ουρά στα σκέλια αν η απόφαση είναι παραδειγματικά καταδικαστική είτε να συνεχίσουν τη δολοφονική τους δράση, αν η απόφαση είναι προκλητικά αθωωτική. Τιμώντας τη μνήμη αυτού του κοφτερού μυαλού, παραθέτουμε ένα κείμενό του σχετικά με το ψυχολογικό υπόβαθρο ενός φασίστα. 

«Είναι αδύνατο να εξηγήσουμε το φασιστικό φαινόμενο μόνο με τα δεδομένα της κοινωνιολογίας και της πολιτικής οικονομίας. Σίγουρα στον φασίστα υπάρχει και μια πλευρά καθαρά ψυχολογική, μας αρέσει δεν μας αρέσει ο Βίλχελμ Ράιχ.

Η άρνηση της ψυχολογίας εδώ είναι εκ του πονηρού: Κάπου βαθιά ή λιγότερο βαθιά μέσα μας πρέπει να κοιμάται ένα φασιστάκι, που το στρίμωξαν εκεί μυριάδες ευνουχισμοί και αποστερήσεις, αρχής γενομένης από τη σεξουαλική αποστέρηση, όπως θέλει να πιστεύει ο Ράιχ, και μαζί-του και ο υπογραφόμενος, που δε θα πάψει να θεωρεί και τον μικρομεσαίο και τον προλετάριο και τον αστό φασίστα σαν ανθρώπους ολικά ευνούχους: Πνευματικά, νοητικά, συναισθηματικά, ενστικτώδικα.

ntinosxristianopoylos

Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931-2020)

 

Αν υπάρχουν κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι που κατόρθωσαν να πορευθούν τη ζωή τους σε πλήρη συμφωνία με τα λόγια τους, ένας από αυτούς ήταν σίγουρα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ευαίσθητος αλλά και προκλητικός μαζί. Προκλητικός με τους υποκριτές, όπως έλεγε.

Σήμερα, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έφυγε. Και όλοι – συμπεριλαμβανομένου και του συντάκτη του άρθρου αυτού - έσπευσαν να γράψουν κάποιο αφιέρωμα και, ετερόφωτοι όντες, να φωτιστούν λίγο από τη λάμψη του αντισυμβατικού ποιητή που δεν ανεχόταν την υποκρισία της κοινωνίας και την ιταμότητα της εξουσίας.

Παρόλο που αντιλαμβανόμαστε πως γινόμαστε μέρος των συμβάσεων που απεχθανόταν ο ποιητής, δεν μπορούμε να αντισταθούμε στον πειρασμό να γράψουμε δυο λόγια με αφορμή το θάνατό του. Και, όχι, δε θα σταθούμε στο ποιητικό του έργο, αλλά θα παραθέσουμε αυτούσιο ένα κείμενό του, με τίτλο «Εναντίον», που δημοσιεύτηκε το 1977, στο περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, αρ. 1, Ιανουάριος - Απρίλιος 1979

« Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

 

xatzidakis

 

15 Ιουνίου. Άλλη μία επέτειος θανάτου του Μάνου Χατζιδάκι και όλοι νιώθουμε την υποχρέωση να γράψουμε κάτι, παραγνωρίζοντας, άθελα ή ηθελημένα, πως αν μπορούσε να τα διαβάσει όλα αυτά, είτε θα γελούσε είτε θα θύμωνε

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ένας κορυφαίος συνθέτης. Υπήρξε, όμως, και κορυφαίος στοχαστής. Οι δεξιοί τον θεωρούν δικό τους, ενώ οι αριστεροί θεωρούν πως ήταν ένας αριστερός που νόμιζε πως είναι δεξιός. Όπως και να έχει, αυτό που τελικά έχει σημασία δεν είναι το τι δηλώνεις, αλλά το τι είσαι στην πραγματικότητα. Και ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ένας άνθρωπος που δεν χαρίστηκε σε κανέναν. Είχε πάντα το θάρρος της γνώμης του και πάμπολλες φορές είχε φέρει σε τρομερά δύσκολη θέση την παράταξη που νόμιζε πως ήταν δικός της. Πολέμιος της διαφθοράς, του λαϊκισμού, της βίας, του φασισμού, του ρατσισμού και του εθνικισμού, άφησε πίσω του τοποθετήσεις που θα μείνουν στην ιστορία. Όπως αυτήν στην οποία μιλάει για την ελληνικότητα και το τι σημαίνει γι’ αυτόν

«Το ελληνικό, τώρα: από την ώρα που μας βοηθάει η Ελλάς να γίνουμε άνθρωποι, με μια παγκοσμιότητα, πολύ καλώς.  Από την ώρα που μας δίδει μια φουστανέλα και μας εμποδίζει να υπάρχουμε με τους άλλους συνανθρώπους, είναι αντιδραστικό …

Αν αυτό που λέμε ελληνικό είναι εμπόδιο στο να ενωθούμε μ' έναν μαύρο, είναι καταδικαστέο. Αν, αντιθέτως, αυτό είναι βοηθητικό για να ενωθούμε με τους άλλους, είναι υπέροχο. Η έννοια του ελληνικού για πολλούς ανθρώπους έχει διαφορετική όψη. Εγώ πιστεύω σ' εκείνη την ελληνικότητα που εξαφανίζει τις διαφορές »

« Δεν νομίζω ότι κινδυνεύουμε ως Έλληνες, αλλά ως ελληνολάτρες … Δε μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότε πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική … »

Επιστρέφοντας στο συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι, τώρα, θα πούμε πως όσο υπάρχουν μουσικές σαν τη δική του, τόσο θα βοηθιέται ο άνθρωπος να κάνει άλλο ένα βήμα μπροστά, στην αέναη - και ελπίζουμε όχι μάταιη - προσπάθειά του να ξεφύγει από τον κτηνώδη χαρακτήρα του

 

sepulveda

 

Υπάρχουν άνθρωποι που ο χαμός τους δεν κοστίζει μόνο στους δικούς τους ανθρώπους, αλλά κάνει όλο τον κόσμο φτωχότερο. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Λουίς Σεπούλβεδα, ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος, ο σκηνοθέτης, μα -πάνω από όλα τα άλλα- ο αγωνιστής. Κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε. Όλο του το έργο είναι σημαδεμένο από την κοινωνική και πολιτική του στράτευση. Όταν ερωτάται γι΄ αυτό, ο Σεπούλβεδα απαντά:

«Σε όλες μου τις ιστορίες είναι παρούσα η πραγματικότητα, εκείνο που μου αρέσει και εκείνο που πιστεύω πως πρέπει να αλλάξει: δεν είμαι ουδέτερος διότι στην ιδέα μου για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας, η ουδετερότητα δεν υπάρχει. Η ουδετερότητα είναι το καταφύγιο του δειλού κι εγώ δεν είμαι, ούτε υπήρξα και δεν θα είμαι ποτέ ουδέτερος »

Ο ίδιος, σε σχέση με άλλους του συντρόφους, είχε σταθεί τυχερός. Γλίτωσε το θάνατο, αλλά έγραψε γι όλους αυτούς που δεν τα κατάφεραν και χάθηκαν στον αγώνα τους για ένα πιο δίκαιο κόσμο. Έγραψε για όλους αυτούς που λείπουν:

« Κι αν μας λείπουν, δεν είναι επειδή έτσι το θέλησε η τύχη ή τα καμώματα ενός πληγωμένου θεού. Μας λείπουν γιατί τόλμησαν να προτείνουν μια ζωή καλύτερη απ’ την αγελαία. Μας λείπουν γιατί είπαν πως ψωμί θα υπάρξει ή για όλους ή για κανέναν. Μας λείπουν γιατί άναψαν ένα φως μες στο σκοτάδι – έντονο ή χλωμό δεν έχει σημασία, γιατί η λάμψη του μας οδηγεί. Μας λείπουν γιατί στο μισοσκότεινο δωμάτιο ζύγωσαν το κρεβάτι του παιδιού, το χάιδεψαν, άφησαν στο μέτωπό του το αστεράκι του ήσυχου ύπνου, κι όταν βγήκαν από κει και πέρασαν στη δράση, το έκαναν ξέροντας πόσο πολλά είχαν να χάσουν, και το έκαναν με την αποφασιστικότητα αυτού που ξέρει ότι έχει δίκιο.

 

korobesis

 

«Γι΄αυτό σου λέω, ξέρω πώς θα είναι ο θάνατος.

Μια απλή βραδιά, όπως οι άλλες»

Περικλής Κοροβέσης, 1941 - 2020

 

Θαρρείς και το επιδίωξαν οι δύο εμβληματικές μορφές της Αριστεράς να φύγουν ήσυχα και διακριτικά μέσα στην παράνοια του φόβου του κορονοϊού που βιώνει μια κοινωνία, ούτως ή άλλως, φοβική. Μετά το μεγάλο Μανώλη Γλέζο, έφυγε σήμερα και ο ασυμβίβαστος Περικλής Κοροβέσης. Γλίτωσαν με τον τρόπο αυτό από τις υποκριτικές νεκρολογίες των πολιτικών απογόνων των διωκτών και βασανιστών τους. Γλίτωσαν, επίσης, και από τα κούφια λόγια των πρώην συντρόφων τους. Κούφια, όσο και αυτά που έκαναν όσο διάστημα βρέθηκαν στην εξουσία.

Ο Περικλής Κοροβέσης έμεινε έως το τέλος ελεύθερος. Ελεύθερος να υποστηρίζει τις υψηλές ιδέες της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, κόντρα σε όσους τις μάχονταν αλλά και κόντρα σε όσους τις πρόδιδαν. Δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβιβαστεί με κάτι λιγότερο αυτός που πίστευε πως «σημασία στην ζωή δεν έχει πώς την αρχίζεις, αλλά πώς την τελειώνεις. Κι αν αγόρι μου κάνεις κάτι καλό τώρα, μην βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Το οριστικό συμπέρασμα βγαίνει στο κρεβάτι του θανάτου».

che01

 

Ένα από τα πράγματα που προκάλεσε εντύπωση και θαυμασμό αυτές τις δύσκολες ημέρες, ήταν σίγουρα η αποστολή ιατρικής βοήθειας από την Κούβα με πολυπληθές ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό προς τις σκληρά πληττόμενες χώρες της Ιταλίας και Ισπανίας. Η φτωχή Κούβα που υφίσταται εδώ και δεκαετίες ένα ασφυκτικό οικονομικό εμπάργκο από τη γειτονική της υπερδύναμη, προσφέρει την κρίσιμη στιγμή πολύτιμη βοήθεια σε δύο από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Πώς μπορεί και το κάνει; Ίσως η απάντηση κρύβεται στην παρακάτω ιστορική ομιλία που εκφώνησε ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα σε Κουβανούς φοιτητές της Ιατρικής, στις 20 Αυγούστου 1960 όπως αυτή δημοσιεύτηκε στο indepent news

 

Όλοι σχεδόν ξέρετε ότι ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως γιατρός πριν από αρκετά χρόνια. Όταν ξεκίνησα, όταν άρχισα να σπουδάζω ιατρική, οι περισσότερες από τις ιδέες που έχω σήμερα ως επαναστάτης απουσίαζαν από το οπλοστάσιο των ιδανικών μου. Ήθελα να πετύχω, όπως θέλουν όλοι. Το όνειρο μου ήταν να γίνω διάσημος ερευνητής. Το όνειρό μου ήταν να δουλεύω ακούραστα για να πετύχω κάτι που θα μπορούσε πραγματικά να τεθεί στην υπηρεσία της ανθρωπότητας, αλλά, την ίδια στιγμή, θα αποτελούσε κι έναν προσωπικό θρίαμβο. Ήμουν, όπως όλοι μας, ένα παιδί του περιβάλλοντός μου.

glezos01

 

Ο Μανώλης Γλέζος έζησε 98 χρόνια. Από τα 98 χρόνια της πλούσιας ζωής του, ο «πρώτος Ευρωπαίος παρτιζάνος» σύμφωνα με το Γάλλο στρατηγό Ντε Γκωλ, αυτός που κατέβασε τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη, πέρασε τα 16 χρόνια στις φυλακές και στην εξορία καταδικασμένος 3 φορές σε θάνατο από συμπατριώτες του Έλληνες, πολλοί από τους οποίους είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Γιατί ο Μανώλης Γλέζος δεν ήταν μόνο εθνικός ήρωας, όσο και αν το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας τον έκανε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης κατά του ναζισμού. Ήταν πάνω από όλα ένας κοινωνικός αγωνιστής που πίστεψε στην κοινωνική δικαιοσύνη και το σοσιαλισμό.  Πίστεψε στον απλό άνθρωπο και στις δυνάμεις του. Άλλωστε, το μόνιμο παράπονό του ήταν ότι οι περισσότεροι μόνο για τη σημαία τον ρωτούσαν. 

«Με ρωτάνε διαρκώς για τη σημαία. Εγώ όμως, ακόμα κι από την ιστορία της σημαίας, θυμάμαι τη μάνα μου. Όταν γυρίζαμε εκείνη την ημέρα στα σπίτια μας, η ώρα ήταν περασμένη, μετά τα μεσάνυχτα. Πάω στο σπίτι και βλέπω τη μάνα μου ένα κουβάρι στα σκαλοπάτια απ’ έξω.

Με περίμενε. Την πλησιάζω και της λέω, “Μάνα!”

Σηκώνεται απότομα, με πιάνει από τον λαιμό, με πάει στην κουζίνα για να μην ακούσουν οι άλλοι και ξυπνήσουν και μου λέει, “Πού ήσουν;”

Τότε εγώ ανοίγω το σακάκι και της δείχνω το κομμάτι της σβάστικας που είχαμε κόψει. Με αγκαλιάζει, με φιλάει και μου λέει, “Πήγαινε κοιμήσου”.

Την άλλη μέρα το πρωί, ακούω τον εξής διάλογο: Ο πατριός μου τη ρωτάει, “Πού ήταν χθες το βράδυ ο μεγάλος σου γιος;”

Του απαντάει, “Ανέβα στην ταράτσα και κοίταξε στην Ακρόπολη”