pan2020

 

Αν ο Αρχιμήδης μπορούσε να δει τα θέματα των τελευταίων είκοσι χρόνων στη Φυσική, θα νόμιζε πως οι σύγχρονοι απόγονοί του, 2000 χρόνια μετά, εξακολουθούν ακόμη να κατασκευάζουν πολιορκητικές μηχανές και καταπέλτες. Επί είκοσι χρόνια βλέπουμε ελατήρια, σχοινιά, τροχαλίες και δοκάρια να μπλέκουν μεταξύ τους σε μια εικόνα που κόβει την ανάσα και εξάπτει τη φαντασία, αλλά που δεν έχει καμία σχέση ούτε με το εύρος της Φυσικής ούτε με τη σύγχρονη Φυσική, ούτε με  τις εφαρμογές της στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου

Η πολύ μικρή εξεταζόμενη ύλη στη Φυσική οδήγησε για μια ακόμη φορά τους θεματοδότες σε επιλογές θεμάτων που το μόνο που πετυχαίνουν είναι να επιβραβεύουν τους μαθητές που μπορούν να ανταπεξέλθουν με ταχύτητα στην επίλυση συγκεκριμένων και επαναλαμβανόμενων μεθοδολογιών. Εξ αιτίας αυτών των στενών πλαισίων, οι θεματοδότες - για να μπορέσουν να επιλέξουν ένα θέμα που να διαφέρει από άλλα προηγούμενα - καταλήγουν να επιλέγουν θέματα τραβηγμένα από τα μαλλιά και πολλές φορές ελεγχόμενα από την άποψη της επιστημονικής ορθότητας. Θέματα που εκτός των άλλων δεν ελέγχουν σε καμία περίπτωση την κριτική σκέψη και ικανότητα του μαθητή και το πόσο έχει κατανοήσει τις έννοιες της Φυσικής

Δεν μιλάμε προς το παρόν για τη δυσκολία των θεμάτων και για το λίγο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους οι μαθητές. Γι’ αυτά θα μιλήσουμε παρακάτω. Μιλάμε για το κατά πόσο άνευρο έχει καταντήσει ένα διαγώνισμα Φυσικής. Μια Φυσική που δεν εξετάζει  τελικά κανένα πεδίο δυνάμεων  πλην του μαγνητικού, δεν εξετάζει κυκλώματα συνεχούς και εναλλασσόμενου ρεύματος, δεν εξετάζει  Θερμοδυναμική, δεν εξετάζει  Μηχανικά και Ηλεκτρομαγνητικά Κύματα  και αντί αυτών επιμένει να σχεδιάζει καταπέλτες

 

Αν συγκρίνουμε την εξεταζόμενη ύλη της Φυσικής με αυτήν της Χημείας, μπορούμε να καταλάβουμε τη διαφορά. Οι Χημικοί έχουν καταφέρει να «δέσουν» όλη την ύλη που μαθαίνουν τα παιδιά στην Α’ και στη Β’ Λυκείου σε ένα ενιαίο σύνολο και με αυτό έχουν βάλει τις βάσεις για τη Γ’ Λυκείου. Η ύλη έχει μεγαλώσει πολύ, όμως αυτό τελικά δίνει τη δυνατότητα στους θεματοδότες να βάλουν θέματα από ένα ευρύ φάσμα. Τα θέματα της Χημείας μπορεί να θεωρήθηκαν – και ήταν πράγματι – πολύ δύσκολα, μπόρεσαν όμως να ελέγξουν τους μαθητές σε ένα μεγάλο μέρος της ύλης  και, επιπλέον, αρκετά από αυτά τα θέματα ανέδειξαν τη σύνδεση της Χημείας με τη  ζωή του ανθρώπου

Ας μιλήσουμε, όμως και για την όντως μεγάλη δυσκολία των θεμάτων και στα δύο μαθήματα. Τα μεγάλα φροντιστήρια επαναλαμβάνουν μονότονα κάθε χρόνο πως «Τα θέματα ήταν βατά» και «για καλά προετοιμασμένους μαθητές». Κάποια μικρή παρατήρηση έχουν να κάνουν σε κάποια εκφώνηση κάποιου θέματος και αυτό ήταν όλο. Πέρυσι μόνο μίλησαν για δύσκολα θέματα, φέτος όμως που τα θέματα είχαν τον ίδιο ή και πιο μεγάλο βαθμό δυσκολίας, τσιμουδιά. Που σημαίνει πως όσοι δεν έγραψαν καλά, δεν ήταν καλά προετοιμασμένοι. Που σημαίνει πάλι πως αυτοί την έκαναν τη δουλειά τους, οπότε η ευθύνη πέφτει μόνο στους μαθητές. Σιγή ιχθύος, δε, από τους καθηγητές των Δημοσίων σχολείων οι περισσότεροι εκ των οποίων καλούνται να διορθώσουν γραπτά πάνω σε μια ύλη που οι ίδιοι μέσα στο σχολείο την έχουν διδάξει επιφανειακά και στο ελάχιστο δυνατό. Αναγνωρίζουμε τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να το κάνουν, δεν παύει όμως να αποτελεί και αυτό μία πραγματικότητα

Οι παρατηρήσεις που θα κάνουμε θα είναι κοινές και για τα δύο προαναφερθέντα μαθήματα, δηλαδή και για τη Φυσική και για τη Χημεία. Γιατί, πέραν της μεγάλης διαφοράς που αναδείξαμε παραπάνω σχετικά με το εύρος της εξεταζόμενης ύλης, οι εξετάσεις στα δύο μαθήματα είχαν σημαντικές ομοιότητες, οι οποίες δυσκόλεψαν και εξόργισαν πολύ τους περισσότερους μαθητές

Πρώτον, ο χρόνος εξέτασης των τριών ωρών αποδεικνύεται πλέον πολύ λίγος σε σχέση με τη μεγάλη έκταση των θεμάτων, όπως αυτή τείνει να παγιωθεί. Ελάχιστοι είναι οι μαθητές που καταφέρνουν μέσα στο χρονικό αυτό όριο να φτάσουν μέχρι το τέλος, πόσο μάλλον να προλάβουν να κάνουν  και έναν έλεγχο σε όσα έχουν ήδη γράψει

Δεύτερον, τα θέματα δεν έχουν – όσο και να υποστηρίζεται πως έχουν - κλιμακούμενη δυσκολία, τουλάχιστον αυτήν που θα επέτρεπε σε έναν μέτριο αλλά όχι κακό μαθητή να φύγει από την εξεταστική αίθουσα  χωρίς να ταπεινωθεί. Είναι σίγουρο πως θα υπάρξουν μαθητές που θα γράψουν άριστα ακόμη και σε αυτές τις πολύ δύσκολες εξετάσεις. Οι περισσότεροι μαθητές, όμως, είναι σίγουρο πως θα βγουν ταπεινωμένοι. Τα στοιχεία το δείχνουν καθαρά. Περίπου οι μισοί εξεταζόμενοι μαθητές στη Φυσική και τη Χημεία έγραψαν πέρυσι κάτω από τη βάση και φέτος τα πράγματα προβλέπονται ακόμη πιο δυσοίωνα

 

pan2019

Τρίτον, τα σχολικά εγχειρίδια είναι προ πολλού ξεπερασμένα και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να προετοιμάσουν τους μαθητές για τη δυσκολία αυτών των πολύ απαιτητικών εξετάσεων. Το καλό από την άλλη είναι πως –τουλάχιστον στη Χημεία – γίνεται αντιληπτό πως είναι ξεπερασμένα πια και τα εξωσχολικά βοηθήματα που είχαν καταντήσει μια στείρα παράθεση ατέλειωτης περιπτωσιολογίας που απομάκρυνε το μαθητή από την ουσία της Χημείας. Μακάρι να συμβεί αυτό και στη Φυσική με τα παρόμοια βοηθήματα και να γεννηθεί κάτι καινούργιο από όλη αυτήν την ιστορία

ΥΓ1. Το συγκεκριμένο άρθρο στοχεύει μόνο στον τρόπο επιλογής των θεμάτων στις Πανελλήνιες εξετάσεις στη Φυσική και στη Χημεία και δεν καταπιάνεται με τον διεκπεραιωτικό και αναχρονιστικό τρόπο διδασκαλίας των επιστημών αυτών σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Χωρίς εργαστήρια και ενεργό συμμετοχή των μαθητών, δεν διδάσκονται οι Φυσικές Επιστήμες. Τα Θρησκευτικά ίσως

ΥΓ2. Μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα είναι πραγματική μεταρρύθμιση, αν την δούμε να ξεκινάει από κάτω, από τις μικρές τάξεις, και να ανεβαίνει σιγά σιγά προς τις μεγαλύτερες

ΥΓ3. Μία κοινωνία που θα παρείχε πραγματική Παιδεία στους μαθητές της όπως και επαγγελματικές διεξόδους για όλους, δεν θα έκανε μείζον θέμα τις Πανελλήνιες εξετάσεις.

 

Χρήστος Κωστούλας,

Καθηγητής Φυσικής σε φροντιστήρια Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

(και για κάποιους, λειτουργός της παραπαιδείας)